• Γράφει ο ΦΩΤΗΣ ΔΗΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ
  • Φιλόλογος 

Ο Κώστας Καστανάς, γνωστός και εξαίρετος λειτουργός της θεατρικής σκηνής ως ηθοποιός, σκηνοθέτης και δάσκαλος, θέλησε να καταγράψεις στο βιβλίο του “16 και 1 Συνομιλίες για το Θέατρο και την Τέχνη” την εμπειρία που αποκόμισε από κορυφαίους θεατρανθρώπους κυρίως και η οποία κατά τη γνώμη μου συνοψίσθηκε στις 16 συνομιλίες του. Αυτό τουλάχιστον μας φανερώνει η ποιότητα των ερωτήσεων που υποβάλλει που τον παρουσιάζει όχι ως έναν απλό δημοσιογράφο αλλά ως έμπειρο γνώστη της θεατρικής σκηνής και των παρασκηνίων. Και δικαιούται ασφαλώς την τιμή αυτή γιατί εβίωσε τη συνύπαρξη σε παραστάσεις θεατρικές τόσο με ιδέες συγγραφέων από την Ελληνική αρχαιότητα (τραγικοί) μέχρι νεοέλληνες κλασικούς και νεώτερους και κορυφαίους ξένους, όσο και ως συμπρωταγωνιστής με μορφές που εκόσμησαν και διεκόσμησαν το θεατρικό στερέωμα με την πολυτάλαντη προσωπικότητα τους τα τελευταία χρόνια. 

Και είναι πολύ σημαντικό και αξιόλογο, ένας άνθρωπος του θεάτρου όπως ο Κώστας Καστανάς, που τη ζωή του την αφιέρωσε στη σκηνή και στην έδρα της διδασκαλίας της δραματικής τέχνης- και ως εκ τούτου να θεωρείται ο πλέον κατάλληλος- να αφήσει στην άκρη το κυρίαρχο λειτούργημά του και να “υποδυθεί” τη δημοσιογραφική πένα, προκειμένου να μας χαρίσει αυτές τις σελίδες. Γιατί είναι βέβαιο, ότι η εικόνα και το ακρόαμα, κάποιες φορές έχουν άδηλη πορεία στο μέλλον και χάνονται ενώ “scripta manent”, τα γραπτά μένουν. 

Και ο Κώστας Καστανάς, συναναστρεφόμενος ανθρώπους της θεατρικής τέχνης και διαπιστώνοντας ότι ο λόγος τους πρέπει να περισωθεί γιατί του φάνηκε ότι θα αξίζει διαχρονικά, αποφάσισε να τον καταγράψει και στην έκδοση αυτού του πονήματος προκειμένου να τον παραδώσει και στις νεώτερες γενιές και σε όσους δεν έτυχε να παρακολουθήσουμε τη σειρά των σχετικών εκπομπών του. Η επιλογή των προσώπων που διάλεξε ο Κώστας Καστανάς να συνομιλήσει δεν είναι καθόλου τυχαία αλλά απόλυτα συνειδητή. Στον κατάλογο των συνομιλητών θα συναντήσουμε θρυλικά ονόματα: τον Αλέξη Μινωτή, την Άννα Συνοδινού, τη Μαίρη Αρώνη, το Λυκούργο Καλλέργη. Μεταρρυθμιστές σκηνοθέτες, το Σπύρο Ευαγγελάτο και τον Ανδρέα Βουτσινά. Βαθυστόχαστους μελετητές του θεατρικού λόγου και συγγραφείς ή μεταφραστές όπως ο Μάριος Πλωρίτης, ο Τάσος Λιγνάδης, ο Παύλος Μάτεσις, ο Κώστας Γεωργουσόπουλος. Ανθρώπους που διεπρεψαν στο θέατρο και στις τέχνες με διάφορους τρόπους όπως ο Ιάκωβος Καμπανέλης, η Άσπα Παπαθανασίου, η Εύα Κοταμανίδου, η Έλλη Αλεξίου και άλλους. 

Bέβαια δεν είναι σημαντική μόνο η επιλογή των προσώπων αλλά και η Σωκρατικη-μαιευτική μέθοδος της συνομιλίας που αναδεικνύει τον λόγο του συνομιλητή και αφήνει σε δεύτερο διακριτικό και υποβοηθητικό ρόλο τον ερωτώντα. Και αυτό είναι το ουσιαστικό για τον Καστανά. Χωρίς να προβάλει τον εαυτό του αφήνει τον καλεσμένο του να αναπτύξει τις απόψεις του και να εξωτερικευθεί σε ουσιώδη θέματα. Και το πετυχαίνει γιατί γνωρίζει τις προσωπικότητες που παρουσιάζει. Μπορεί να αγκαλιάζει την όλη προσωπικότητα του καθενός, χωρίς διάθεση εξωραϊσμού, αποφεύγει τα άσχετα βιογραφικά και επιμένει να αποκαλύψει τόσο αυθόρμητες σκέψεις όσο και τις πολύτιμες απόψεις των ανθρώπων που αφιέρωσαν τη ζωή τους στο θέατρο. 

 Στο βιβλίο του ο Κώστας Καστανάς παραθέτει ένα γουστόζικο και σχετικό με τις συνομιλίες του μονόπρακτο αντί προλόγου. Μία συνομιλία του “Εγώ” του με την “Φωνή” του. Κεντρική του ιδέα ότι η φωνή του κάθε ατόμου είναι η είσοδος στον ψυχισμό του, προδίδει την καταγωγή και την ανατροφή του, τα συναισθήματα του, τα έμφυτα χαρακτηριστικά και την παιδεία του. Θα προτιμούσε κάνεις να μην διαβάσει αυτό το κείμενο αλλά να το ακούσει απαγγελλόμενο από τον ίδιο τον συγγραφέα. 

Τελειώνοντας θα μου επιτραπεί να σταχυολογήσω τέσσαρες μόνον φράσεις επιγραμματικά, τεσσάρων προσώπων που έχω και εγώ συνομιλήσει μαζί τους (αυτό και μόνον είναι το κριτήριο της επιλογής μου) και νομίζω ότι ο λόγος τους επιβεβαιώνει αφενός τη διαχρονικότητα και επικαιρότητα των συνομιλιών και αφετέρου την ποιότητά τους: 

Ο Μάριος Πλωρίτης σε ερώτηση για τη γλώσσα: «Η γλώσσα είναι μία και αυτό που λένε ότι δεν υπάρχει παρά μόνο η σημερινή και η άλλη είναι μία νεκρή γλώσσα, κατά τη γνώμη μου, είναι τερατώδες λάθος, για να μην πω και έγκλημα. Αυτή τη γλώσσα, με τις άπειρες δυνατότητες, την έχουμε κακοποιήσει και θα έλεγα κατά ένα τρόπο νανοποιήσει με οκτακόσιες λέξεις, για να εκφράσουμε τις ανάγκες της καθημερινής ζωής και τίποτα άλλο.»

Η Άννα Συνοδινού σε ερώτηση για το λαϊκισμό στην τέχνη: «Εκλαϊκεύω σημαίνει φέρνω πλησιέστερα προς τον απαίδευτο ιδέες, τάσεις, ρυθμούς, επιστημονικές σκέψεις. Απλουστεύω λαϊκίστικα τη σκέψη και την επικοινωνία σημαίνει ότι αφαιρώ από ένα θέμα ή κείμενο τη διάρθρωση, που σημαίνει ότι διαλύω, καταστρέφω τη δομή και την αξία αυτού που θέλω να πιστέψω εγώ ως άνθρωπος. Ο λαϊκισμός συμπορεύεται φασιστικά με τις αδυναμίες ενός συνόλου κοινωνικού, πνευματικού, ιδεών κ.τ.λ. και, αντί να καλλιεργεί, καταστρέφει.»

Ο Τάσος Λιγνάδης για την κλασική παιδεία: «Όλη μου τη ζωή δίδαξα, δάσκαλος είμαι, και είδα ότι αυτά τα κείμενα τα πλησιάζεις με σκηνικότητα, με τη δραματικότητα που απαιτούν τα ίδια, όταν εντάσεις στην τάξη σαν μία χωρική διάσταση την ανάγνωση του κειμένου και όταν αφήνεις τα παιδιά να αυτενεργήσουν, τότε φτάνεις και στα εξής ακόμα που δεν θα το πίστευε κανείς. Φτάνεις στο να ζητούν τα ίδια τα παιδιά να γίνει το μάθημα στο πρωτότυπο.»

Η Εύα Κοταμανίδου για το ήθος του ηθοποιού: «Εμάς που ξεκινήσαμε στη δεκαετία του ’60, μας διακρίνει ένα άλλο ήθος στη δουλειά μας. Γιατί μας έτυχε να έχουμε πάρα πολύ καλούς δασκάλους, οπότε μας έμαθαν την τέχνη του θεάτρου, αλλά μας έμαθαν να σεβόμαστε και αυτό που κάνουμε. Μετά έπεσε η τηλεόραση, και έχει διαμορφώσει διαφορετικά τα νέα παιδιά. Τώρα τα θέλουν όλα και πάρα πολύ γρήγορα.»

Και κλείνω με το λόγο του Κώστα Καστανά που πρέπει να μας προβληματίσει: «Οι εποχές δείχνουν ότι δεν κουνιόμαστε, γιατί υπάρχει ίσως κάτι το κουρασμένο και το μη ανανεωμένο σε μας. Στην κατοχή γεννιόντουσαν παιδιά, και εγώ τότε γεννήθηκα, ίσως γιατί οι άνθρωποι είχαν ελπίδες και ιδανικά αλλά και όνειρα! Τώρα μας έλειψαν;»


Πηγή: timesnews.gr