• ΑΓΓΕΛΟΣ ΤΕΡΖΑΚΗΣ*

ΣΤΗΝ ΗΠΕΙΡΟ οι χειμώνες έρχονται νωρίς, ανυπόμονοι. Είναι τραχιά η όψη του, καθώς γύρω τα βουνά της περιοχής. Το απόγεμα της Κυριακής 27 Οκτωβρίου, ο καιρός είχε βαρύνει πολύ, μύριζε ο τόπος γη νοτισμένη. Με το σούρουπο, ξέσπασε βροχή, βαριά βροχή, και το γοργό σκοτάδι της νύχτας έφερε αστραπές, βροντές απανωτές, αστροπελέκια. Τα βουνά μούγκριζαν, τα ρουμάνια κι οι λαγκαδιές αντιλαλούσαν. Αλάλαζε πέρα ώς πέρα το κυματερό, φαρδύστερνο τοπίο της Ηπείρου.

Στα Γιάννινα, στη μεραρχία, ο διοικητής της υποστράτηγος Κατσιμήτρος συνεργαζόταν με τον επιτελάρχη του και με τον διευθυντή του ΙΙΙ Γραφείου, του γραφείου επιχειρήσεων. Δυο μέρες πριν, είχε έρθει μήνυμα από τον συνταγματάρχη Δαβάκη, ψηλά από την Πίνδο. Έλεγε πως εκεί, αντίκρυ στα φυλάκια, τα ιταλικά τμήματα έχουν πάρει κιόλας διάταξη επιθετική. Να περιμένουμε πολεμική εκδήλωση, έλεγε ο Δαβάκης. Αλλά ο Κατσιμήτρος το ήξερε: Η κατάσταση στη δική του περιοχή δεν ήταν διαφορετική. Απεναντίας· τα τηλεφωνήματα με τις σχετικές αναφορές έρχονταν ασταμάτητα. Ολάκερη η προκάλυψη αγρυπνούσε με τ’ αυτί στημένο.

Μηχανή του Χρόνου: 1940, η πρώτη μέρα. Έτσι πήγαν οι Έλληνες στον πόλεμο

Ξάφνου ανοίγει η πόρτα του γραφείου και μπαίνει μέσα ένας άντρας ηλικιωμένος, μεγαλόσωμος, βαρύς, κοκκινωπός. Έφερνε μαζί του μυρωδιά νύχτας, υπαίθρου, θύελλας. Στις επωμίδες του είχε τα διάσημα του συνταγματάρχη, τη φλογοφόρο ροιά και το χρώμα του όπλου του: Μαύρο Πυροβολικό.

Με το έμπα του, φάνηκε σάμπως ο πόλεμος να είχε ζυγώσει ένα ακόμα βήμα.

Ήταν ο αρχηγός πυροβολικού της μεραρχίας. Ερχόταν από τα σύνορα, από τα προχωρημένα φυλάκια. Είχε προσωπικές, πρόσφατες εντυπώσεις. Ο συνταγματάρχης Μαυρογιάννης, κάπου δυο μήνες τώρα, δεν είχε σταθεί ούτε στιγμή: Ανέβαινε στη μεθόριο, στα φυλάκια, κατέβαινε στα Γιάννινα, σταματούσε στις ενδιάμεσες τοποθεσίες, το μάτι του τις περιεργαζόταν, ζύγιαζε, λογάριαζε τα κορφοβούνια, τα υψώματα, τις πλαγιές, τα περάσματα. Οργάνωνε την άμυνα της Ηπείρου. Εδώ μια αντιαρματική τάφρος, εκεί εμπόδια με σιδεροτροχιές, αλλού ναρκοπέδιο, πιο πέρα χαρακώματα, παρατηρητήρια, συρματοπλέγματα, φωλιές πολυβόλων, όλα καλά κρυμμένα κάτω από κλαδιά και κορμούς σκεπασμένους με χώμα, θάμνους. Η πίστωση του Δημοσίου ήταν ασήμαντη, λοιπόν ο Μααυρογιάννης επιστράτευε τους χωριάτες από γύρω. Πήγαινε στα χωριά, φώναζε τον πρόεδρο της κοινότητος και τον παπά, έβαζε να χτυπήσουν την καμπάνα. Έβγαζε λόγο στους χωρικούς που συνάζονταν. Και τους έδινε να καταλάβουν πως ο αγώνας, αν είναι να γίνει, θα είναι για την Ελλάδα, για το σπίτι τους, για τα χώματά τους. Τον καταλάβαιναν· ήταν Ηπειρώτες, αυτός πολέμαρχος γεννημένος. Απόψε, όσα είπε στο γραφείο του μεράρχου, έδειχναν πως η νύχτα τούτη πρέπει να είναι η οριστική.

28η Οκτωβρίου 1940

Οι Ιταλοί είχαν τάξει κιόλας αντίκρυ, σ’ επίκαιρες θέσεις, τα πολυβόλα τους, όλμους, οπλοπολυβόλα. Πιο πίσω, σ’  ελάχιστη απόσταση, ήταν το πυροβολικό τους, ορειβατικό και πεδινό. Για να γυμνάζονται οι πυροβολητές και να επισημαίνονται οι στόχοι, γινόταν εικονική βολή: τα παραγγέλματα ακούγονταν καθαρά στις ελληνικές σκοπιές. Πάνω στην ίδια την οροθετική γραμμή, οι Ιταλοί είχαν εγκαταστήσει παρατηρητήρια με διόπτρες, χάρτες, όλα. Πιο πίσω, είχε πάρει θέση το βαρύ τους πυροβολικό.

Ο μέραρχος με τους τρεις επιτελείς του έβγαλε γρήγορα το συμπέρασμα. Το ανεκοίνωσε ο ίδιος ο Κατσιμήτρος από το τηλέφωνο στο Γενικό Επιελείο: “Η προσωπική μου γνώμη” -είπε στον συνταγματάρχη που έπαιρνε το μήνυμα στην Αθήνα- “είναι πως αύριο το πρωί, ή μπορεί και τη νύχτα απόψε, θα έχουμε ιταλική επίθεση”. Και προσέθεσε: “Η μεραρχία θα εκτελέσει το καθήκον της προς την πατρίδα σύμφωνα με τις διαταγές και τις οδηγίες του Γενικού Επιτελείου”.

-Θα τ’ αναφέρω, στρατηγέ μου.

-Μπορώ να βεβαιώσω υπευθύνως τον κύριο αρχηγό του Γενικού Επιτελείου, και το τονίζω ιδιαιτέρως, ότι οι Ιταλοί δεν θα περάσουν το Καλπάκι. Χωρίς να έχω το ανάστημα του στρατηγού Πεταίν, που είπε για το Βερντέν ότι οι Γερμανοί δεν θα περάσουν και δεν πέρασαν, μπορώ να βεβαιώσω με κάθε πεποίθηση πως οι Ιταλοί δεν θα περάσουν το Καλπάκι.

28η Οκτωβρίου 1940: Η μέρα που η Ελλάδα ξαναέγραψε ιστορία

Στην άλλη άκρη του σύρματος, η φωνή του συνταγματάρχη κόμπιασε από συγκίνηση.

-Εύχομαι καλή επιτυχία, στρατηγέ μου.

Όταν έφτασαν τα μεσάνυχτα, ο μέραρχος της Ογδόης είχε συμπληρώσει τις διαταγές του: Τα τμήματα προκαλύψεως να παρακολουθούν άγρυπνα· τα τμήματα της μεθορίου να προσέξουν πολύ μήπως μας γίνει από τους Ιταλούς καμιά υφαρπαγή προχωρημένων και απομονωμένων φυλακίων. Η τελευταία πληροφορία που πήρε, ήταν από την περιοχή Χάνι Δελβινάκι. Η φωνή στο τηλέφωνο έλεγε πως στη μεγάλη αρτηρία από Αργυρόκαστρο σε Κακαβιά ακούγεται αδιάκοπο βροντοκύλισμα: Άρματα μάχης, βέβαια, και βαρύ πυροβολικό που ανεβαίνουν στη γραμμή. Ξεχωρίζει καθαρά ο μεταλλικός πάταγος από τις ερπύστριες.

Η φωνή του τηλεφώνου μπερδευόταν με μπουμπουνητά ασταμάτητα, κρουνέλιασμα της βροχής. Ο μέραρχος κρέμασε τ’ ακουστικό ατάραχος. Πρόσταξε να πάνε στα σπίτια τους όσοι αξιωματικοί της μεραρχίας δεν είναι επιφυλακή, ύστερα ανέβηκε κι αυτός στο απάνω πάτωμα, που ήταν η κατοικία του. Από εκεί, πήρε το τηλέφωνο μιαν ακόμα φορά, ρώτησε τους διοικητές των τμημάτων προκαλύψεως τι γίνεται, έμαθε πως επικρατεί ησυχία σ’ όλο το μέτωπο της μεραρχίας. Έβαλε δίπλα του την τηλεφωνική συσκευή και, κουρασμένος καθώς ήταν, έπεσε να κοιμηθεί.

Κοιμήθηκε βαθιά, τον ύπνο του αγωνιστή και του δικαίου.

Θα ήταν η ώρα τέσσερις παρά τέταρτο πριν από τα χαράματα, όταν το τηλέφωνο άρχισε να κουδουνίζει.

Ο Κατσιμήτρος δεν τ άκουσε. Κοιμόταν με σιδερένια αταραξία. Το τηλέφωνο επέμενε, σαν βιαστικό και σαν αλαφιασμένο. Τότε, πετάχτηκε από τον ύπνο του το κοριτσάκι του μεράρχου, κατέβηκε από το κρεβάτι του, έτρεξε, πήρε το ακουστικό. Ήταν από την Αθήνα, από το Γενικό Επιτελείο, μια φωνή ανυπόμονη:

-Ξυπνήστε αμέσως τον στρατηγό!

Ο μέραρχος ξύπνησε. Στο τηλέφωνο του είπαν ότι ο πρεσβευτής της Ιταλίας είχε επιδώσει πριν από λίγο τελεσίγραφο, ο πρόεδρος της κυβερνήσεως το απέρριψε και στις έξι η ώρα θ’ αρχίσει επίθεση των Ιταλών. Στη βεβαίωση του μεράρχου πως η μεραρχία θα κάνει το καθήκον της, όπως το επιβάλλει η εθνική τιμή και με τον τρόπο που αυτή ξέρει, η φωνή από την Αθήνα απάντησε όπως και το περασμένο βράδυ: “Στρατηγέ μου, καλή επιτυχία”.

Ο Κατσιμήτρος κατέβηκε στο γραφείο του.

Λίγη ώρα αργότερα, το επιτελείο της μεραρχίας έφευγε βιαστικά, μέσα στη νύχτα και στη βροχή, για να εγκατασταθεί σε σκηνές, στον πρώτο του πολεμικό σταθμό διοικήσεως, δέκα χιλιόμετρα δώθε από το Καλπάκι, στη Βρύση του Πασά. Άρχιζε η εκστρατεία.

Η νύχτα ήταν άγρια, φουρτουνιασμένη.. Μπουμπουνητά ασταμάτητα συντάραζαν το στερέωμα, το νερό έπεφτε δαρτό, με λύσσα, να πνίξει την πλάση. Τμήματα της προκαλύψεως, δώθε από τη μεθόριο, άκουγαν το βροντοκόπημα και, ειδοποιημένα από τη μεραρχία τους, πάσχιζαν ν’ αφουγκραστούν, να ξεκρίνουν κάτι άλλο, πιο χαρακτηριστικό, πέρα από το πηχτό σύνορο της νύχτας. Τμήματα που είχαν πάρει θέσεις αναμονής, βλέποντας τον κίνδυνο να πνιγούν από τη νεροποντή τα ζώα τους, είχαν βρεθεί στην ανάγκη να στεγαστούν πρόχειρα σε κοντινά χωριά. Ξαφνικά, μέσα στο υγρό αναστατωμένο σκοτάδι, εκεί απάνω στα φυλάκια, ακούστηκε από τις σκοπιές στριγγιά φωνή, ο συναγερμός: “Στα όπλα!” Πίσω, σε σταθμούς των τμημάτων που βρίσκονταν κλιμακωμένα σε βάθος από τη μεθόριο, καλπασμοί πλατάγιασαν, φωνές σπάθισαν τη νύχτα: “Αξιωματικοί! Πόλεμος! Στα όπλα!” Μαζί, μέσ’ από το άγριο μπουμπουνητό, ξεχώριζαν τώρα κάποιες βροντές πιο τρανταχτές, πιο κοντινές, που έκαναν τη γη να τιναχτεί ξαφνιασμένη. Έσκασαν στο σκοτάδι εδώ εκεί λάμψεις. Το πυροβολικό του εχθρού, οι πρώτες οβίδες. Η γη της Ηπείρου, χτυπημένη κατάσαρκα, στα σπλάχνα της, ανασείστηκε, βόγκηξε σαν ζώο μαχαιρωμένο.

Το μέτωπο, πέρα ώς πέρα, καιγόταν τώρα από τα πυρά του εχθρού. Με όλα του τα πυροβολικά οι Ιταλοί έριχναν σε πλάτος και σε βάθος. Κοκκίνιζε ο ορίζοντας με την τρεμουλιαστή, πένθιμη αντιφεγγιά του χαλασμού, το έδαφος έτρεμε. Κι ο Έλληνας φαντάρος στεκόταν απορημένος, με το τουφέκι ακόμα κρύο στη χούφτα του, κοίταζε κι αναρωτιόταν ποιο τάχα πάθος να είχε ξυπνήσει μονομιάς εκεί αντίκρυ και γιατί. Ό,τι και να του είχανε πει, ό,τι και να περίμενε, ήταν λίγο για να εξηγήσει τούτο το βάναυσο ξέσπασμα μέσα στον βαθύ τον όρθρο.

Η εισβολή άρχισε μόλις κόπασε το κανονίδι, από πολλές μεριές μαζί: Από τη Μέρτζανη προς το Χάνι Μπουραζάνι· από τους Δρυμάδες προς το Δελβινάκι· από την Κακαβιά προς το Χάνι Δελβινάκι πάλι· από την Κονίσπολη προς τους Φιλιάτες. Είχε ξημερώσει τώρα και τα τμήματα του εχθρού φαίνονταν ξεκάθαρα, σε πυκνές φάλαγγες, παράταξη πορείας περισσότερο παρά μάχης, να προχωρούν μέσα στην Ελλάδα. Οι φρουρές των φυλακίων, κατά τις οδηγίες που τους είχαν δοθεί, αποσύρονταν κανονικά στις ορισμένες τους θέσεις, να συναντήσουν τα τμήματα προκαλύψεως που άρχιζαν τον επιβραδυντικό τους αγώνα. Ήταν το σχέδιο της μεραρχίας.

Οι Ιταλοί δεν περίμεναν αντίσταση ή το πολύ-πολύ είχανε φανταστεί μια προσχηματική μονάχα αντίσταση. Μόλις αντίκρυ τους έσκασαν οι πρώτοι πυροβολισμοί από τις ραχούλες, στάθηκαν ξαφνιασμένοι. Ταμπουρωμένοι οι λιγοστοί άντρες των ελληνικών φυλακίων στα υψώματα, έριχναν απάνω στον εχθρό συνέχεια και με πείσμα. Οι ιταλικές φάλαγγες, που είχαν ξεκινήσει με παράταξη θεατρική, μπροστά οι μοτοσικλετιστές, πίσω τα θωρακισμένα αυτοκίνητα, πιο πίσω το πεζικό, κλονίστηκαν, φούσκωσαν και ξεφούσκωσαν στη στιγμή,  σαν το κορμί του φιδιού, έσπασαν, σκόρπισαν στις πλαγιές γύρω, μέσα στα σκίνα και στα πουρνάρια.

Οι άντρες του φυλακίου Κακαβιάς, που ορίζει μιαν από τις τρεις αρτηρίες από Αλβανία σ’ Ελλάδα, είχανε προλάβει να συμπτυχθούν ένας-ένας στο πρώτο σύνθημα  του συναγερμού, ώρα πεντέμισι. Ο τελευταίος, ένας λοχίας, άφησε μέσα στο φυλάκιο το φανάρι του πετρελαίου αναμμένο. Οι Ιταλοί, βλέποντας το φως, νόμισαν πως το φυλάκιο κατέχεται κι άρχισαν να του ρίχνουν με πολυβόλα και με όλμους. Βλέποντας ωστόσο ησυχία, φοβήθηκαν παγίδα, έβαλαν φωνή στα ελληνικά να παραδοθεί η φρουρά. Καμιά απάντηση. Τότε ξανάρχισαν να ρίχνουν καταιγιστικά. Τέλος, οι αξιωματικοί πρόσταξαν εφ’ όπλου λόγχη και το πεζικό όρμησε. Βρήκανε μέσα στο έρημο φυλάκιο το φανάρι μοναχικό να τους περιμένει.

Αν η επίθεση άρχισε γενικά στις πεντέμισι, σε πολλά σημεία οι Ιταλοί είχανε ξεκινήσει από πολύ νωρίς, τις μικρές ώρες της νύχτας, προτού ακόμα επιδοθεί το τελεσίγραφο και η μεραρχία ειδοποιήσει τα φυλάκια για την επικείμενη εισβολή. Στο φυλάκιο ανάμεσα Μέρτζανη και Σκορδίλη, ένα ιταλικό τμήμα είχε περάσει το ποτάμι από νωρίς κι έκοψε την τηλεφωνική γραμμή. Απονήρευτοι ένας Έλληνας δεκανέας κι ένας στρατιώτης πήγαιναν να την διορθώσουν, όταν οι Ιταλοί, που παραφύλαγαν, χύμηξαν, τους άρπαξαν και τους αιχμαλώτισαν. Στο φυλάκιο της Λεοντοξανάκης όμως, κοντά στους Φιλιάτες, η αρετή του εχθρού έδωσε ακόμα καλύτερο δείγμα της: Δίχως καμιά προπαρασκευή πυροβολικού εδώ, στο βαθύ σκοτάδι, τα ιταλικά τμήματα προχώρησαν αθόρυβα, αθέατα μέσα στο δάσος, πήδηξαν απάνω στον σκοπό, τον σκότωσαν, έπιασαν δυο στρατιώτες. Οι άλλοι του φυλακίου πρόλαβαν κι έφυγαν. Την προηγούμενη ημέρα, οι ίδιοι εκείνοι Ιταλοί είχαν έρθει από το δικό τους το φυλάκιο αντίκρυ, να ζητήσουν ψωμί, γιατί τάχα είχαν αργήσει να λάβουν τα τρόφιμά τους. Στην πραγματικότητα, είχαν έρθει να κατατοπιστούν για το πραξικόπημα που ετοίμαζαν. Οι Έλληνες, από τα έξι ψωμιά που βρίσκονταν στο φυλάκιο, τους είχανε δώσει τα πέντε…

Αλλά το εχθρικό πυροβολικό ακουγότανε τώρα  στα Γιάννινα. Με την ημέρα που έφεγγε πια, είχε βγει και η ιταλική αεροπορία, έριχνε πάνω στα μικρά ελληνικά τμήματα των συνόρων που συμπτύσσονταν σε διαδοχικές θέσεις. Τον αγώνα των τμημάτων προκαλύψεως είχε αναθέσει ο Κατσιμήτρος στον Μαυρογιάννη να τον διευθύνει, που ήξερε καλά το έδαφος και τους ηγήτορες των τμημάτων. Τα εχθρικά αεροπλάνα ανακάλυψαν γρήγορα τον Σταθμό Διοικήσεως της μεραρχίας στη Βρύση του Πασά, έριξαν μια κόκκινη φωτοβολίδα με αλεξίπτωτο για να την επισημάνουν στα βομβαρδιστικά τους. Στον τομέα Μέρτζανης-Κόνιτσας, ωστόσο, οι Ιταλοί δεν μπορούσαν να προχωρήσουν: ένας λόχος ελληνικός, από τα υψώματα, τους είχε καθηλώσει με τα πυρά του. Αριστερά κάτω, στον παραλιακό τομέα, στους Φιλιάτες, το βαρύ πυροβολικό των Ιταλών ρίχνει συγκεντρωτικά μέσα στην πόλη, πάνω στον άμαχο πληθυσμό, σκοτώνει. Η θέση των εισβολέων είναι πλεονεκτική, για την ώρα έχουν την πρωτοβουλία, εκδηλώνονται όπου και όπως θέλουν. Οι ελληνικές δυνάμεις το μόνο που μπορούν να κάνουν είναι να προβάλλουν αντίσταση μετρημένη, επιβραδυντική. Τα αποσπάσματα καταστροφών, κάτω από το άγριο σφυροκόπημα του εχθρικού πυροβολικού, κατορθώνουν ν’ ανατινάξουν γέφυρες, κομμάτια των δρόμων. Ανατινάζεται η γέφυρα μέσα ση χαράδρα, στους Αγιούς. Στην Αρινίτσα, ένας έφεδρος ανθυπολοχαγός του Μηχανικού, ο Πελένης, σέρνεται ανάμεσα στις οβίδες που σκάζουν γύρω και βάζει φωτιά στο φυτίλι: Η μεγάλη, στρατηγικώς σπουδαία, γέφυρα τινάζεται στον αέρα.

Ο αγώνας έχει πια γενικευτεί σ’ όλο το μέτωπο, καίγεται ο τόπος, τραντάζεται συθέμελα από όλα μαζί τα πυροβολικά, τις βόμβες, τις ανατινάξεις. Σύσσωμη η Ήπειρος, πρόμαχος της ελληνικής γης, ορθώθηκε, ανεμίζει το σπαθί της, και κρατώντας τον ξεσκισμένο κιόλας χιτώνα της με τ’ αριστερό, πισωπλατίζει αργά, αντιπατάει και χτυπάει. Το Γενικό Επιτελείο, από τα τέλη Αυγούστου, είχε στείλει στην VIII Μεραρχία μήνυμα που έλεγε καταλήγοντας: “… αναγνωρίζεται η δυσχερής θέσις, εις ην ευρίσκεται η μεραρχία. Η κυβέρνησις δεν αναμένει βεβαίως εκ της μεραρχίας νίκας, δεδομένης της αριθμητικής υπεροχής του αντιπάλου, αναμένει όμως εκ ταύτης, να σώση την τιμήν των ελληνικών όπλων…”. Η VIII Μεραρχία, στρατολογημένη ολόκληρη απ΄την Ήπειρο, και που αγωνιζόταν τώρα για την πατρική της γη, δεν θα σώσει μόνο την τιμή των ελληνικών όπλων. Θα τους χαρίσει και τις πρώτες νίκες.

Τι έγινε στις 28 Οκτωβρίου του 1940; Γιατί είναι η σημερινή ημέρα εθνική επέτειος; (vid) - Newsbomb - Ειδησεις - News

*Άγγελος Τερζάκης, Ελληνική εποποιία 1940-1941.


Πηγή: timesnews.gr