ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ ΛΙΟΝΤΑΚΗΣ

Με αλκοόλ νερό και πάγο

Το χρώμα αλλάζοντας σιωπούσε

Ώρες ώρες στο ποτήρι χανόταν εντελώς
Και δεν ήταν το μοναδικό παιχνίδι που το φως του σκάρωνε

Με αλκοόλ νερό και πάγο
Το χρώμα αλλάζοντας σιωπούσε

Τώρα το καπέλο κρύβει τα σφάλματα του καθρέφτη
Κόβοντας στη μέση τον αλλεργικό χαιρετισμό

Με αλκοόλ νερό και πάγο
Το χρώμα αλλάζοντας σιωπούσε

Άσκοπα την υγεία σου περιφέρεις
Τηλεφωνείς και το σύρμα σε τυλίγει
Μιλάς με ιδιωματισμούς
σε παραμονεύουν τραπεζίτες, λογιστές, ασφαλιστές κι η αστυνομία

Γλιτώνεις δε γλιτώνεις
Αφού κι η νύχτα τα συμφέροντά τους πρακτορεύει
σε παραμονεύουν τραπεζίτες λογιστές ασφαλιστές κι η αστυνομία

Άσκοπα την υγεία σου περιφέρεις
Τηλεφωνείς και το σύρμα σε τυλίγει
Μιλάς με ιδιωματισμούς
σε παραμονεύουν τραπεζίτες, λογιστές, ασφαλιστές κι η αστυνομία

Γλιτώνεις δε γλιτώνεις
Αφού κι η νύχτα τα συμφέροντά τους πρακτορεύει
σε παραμονεύουν τραπεζίτες λογιστές ασφαλιστές κι η αστυνομία

Με αλκοόλ νερό και πάγο
Το χρώμα αλλάζοντας σιωπούσε

Μετ’ ευχαριστήσεως

Κρυμμένο στο μαύρο
πρόβαλε το πρόσωπό της
καθώς άνοιξε η ξύλινη μεσόπορτα
που με ασβέστη την είχαν καλύψει
και τρόμαξαν οι φιλέσπερες σαλαμάντρες.

Με το βλέμμα κάτω, προχώρησε στο τραπέζι
με τα φαγητά, το χυμένο κρασί
τα χαρτιά και τις σφραγίδες.

Τη ρώτησαν κι είπε πως δεν ξέρει να γράφει.
Την ξαναρώτησαν αν συναινεί
να πωληθεί ο ελαιώνας για τις σπουδές του…
“Μετ’ ευχαριστήσεως”, και φωτός ανάσες
γέμισαν τα βαθουλώματα στο πρόσωπό της.

Χρόνος και σταγόνες βροχής

Χρόνος και σταγόνες βροχής.
Χρόνος και σταγόνες βροχής.
Χρόνος και σταγόνες βροχής.

Αντάμα πηγαίνεις με διπλωμένα λάβαρα,
τα χαμόγελα, σου τρυπάνε τις φλέβες,
ο θάνατος, σου κουβεντιάζει στο δρόμο.

Χρόνος και σταγόνες βροχής.
Χρόνος και σταγόνες βροχής.

Να πω είχα πρωινά με τους αναστεναγμούς της νύχτας,
υγρασία λιώνει τις γραμμές των ματιών σου.

Χρόνος και σταγόνες βροχής.
Χρόνος και σταγόνες βροχής.

Στις πορφύρες των ασπιδοφόρων η αράχνη υφαίνει το πανί,
με χάδι τα μαλλιά των κοριτσιών.

Χρόνος και σταγόνες βροχής.
Χρόνος και σταγόνες βροχής.

Μήτε η αστραπή κράτησε την υπόσχεση,
μήτε το σύννεφο την πολιορκία.
Μέσα απ`την αιωνιότητα της βροχοσταγόνας
φάνηκε να`ρχεται το μύμημα τού βυθού.

Χρόνος και σταγόνες βροχής.
Χρόνος και σταγόνες βροχής.

Η καταγωγή του καπνιστή

Σφαδάζει εντός μου
ένας πρόγονος σφαγμένος.

Μεγάλωσα μαζί του μυστικά
καπνιστης παθητικός
ρωτουςα πού το βρήκε το μαχαίρι
και πνιγόμουν στον καπνό.

το σπίτι μύριζε καμένο λάδι
και σκοτάδι
ο πατέρας πάντα δύσκολα να αναπνέει
και η μητέρα: φαντασθείτε μιαν Ηλέκτρα
δίχως αδελφό.

Ένα ερείπιο φως έσταζε σκόνη
κι εγώ μέσα στα άχυρα έψαχνα
αίμα έψαχνα να βρω
καπνιστής πραγματικός
ρωτουςα πάλι
πού το βρήκε το μαχαίρι.

Εκείνοι λέγανε
– να κόψεις τον καπνό.

Λουτροφόρος

Το τρομαγμένο ζωο.

Σχέδια τραυλά ζωου κυνηγημένου
σε αμμουδιά νυχτερινή.
Δεν κρύβουν μήτε μαρτυρούν.
Σημαίνουν μόνο τα τη καθαρά
του κρυφίου θέα κωλύματα
και τη αφαιρέσει μόνη το αποκεκρυμμένον
αναφαίνοντες κάλλος.

Μόνο ένα τρομαγμένο ζωο
οδηγεί στην ομορφιά.
γιατί καμιά ομορφιά
δεν έμεινε αμέτοχη της λύπης.

Μια τρυφερότητα βουβή.

Νύξεις του σεληνόφωτο σ
στο τρεμάμενο δέρμα της θάλασσας.
Ψίθυροι τρομαγμένοι στην ακτη
κι ύστερα μια τρυφερότητα βουβή:
την προστατεύει το τριζόνι κι η λεβάντα
τη συντροφεύει η απολογία της θάλασσας
για τους πνιγμένους.

ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ ΛΙΟΝΤΑΚΗΣ (2014-2019).  Ο Χριστόφορος Λιοντάκηςγεννήθηκε στο Ηράκλειο Κρήτης. Σπούδασε νομικά στην Αθήνα και παρακολούθησε μαθήματα φιλοσοφίας δικαίου στο Παρίσι. Το 1973 κυκλοφόρησε η πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο “Το τέλος του τοπίου”. Η συλλογή του “Με το φως”, 1999, τιμήθηκε ταυτόχρονα με το Κρατικό Βραβείο Ποίησης και με το Βραβείο Ποίησης του περιοδικού “Διαβάζω”, το 2000. Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί στα γαλλικά, γερμανικά, ιταλικά και αγγλικά και έχουν δημοσιευτεί στο περιοδικό “Harvard Review”, στα τεύχη 50, 1998 και 80, 2000. Ο Θάνος Μικρούτσικος έχει μελοποιήσει ποιήματά του που έχουν κυκλοφορήσει σε CD με τίτλο “Ποίηση με μουσική: Κωνσταντίνος Καβάφης-Χριστόφορος Λιοντάκης”. Ως μεταφραστής, o Λιοντάκης ασχολήθηκε συστηματικά με τη γαλλική λογοτεχνία, έχοντας μεταφράσει μεταξύ άλλων έργα των Ζενέ, Απολλιναίρ, Μπονφουά, Ελυάρ, Ρεμπώ, Πονζ, Βαλερύ, Σταντάλ και έχοντας επιμεληθεί μια “Ανθολογία γαλλικής ποίησης”. Το Υπουργείο Πολιτισμού της Γαλλίας τον ονόμασε Ιππότη της Τάξεως Γραμμάτων και Τεχνών και ο Δήμος Ηρακλείου του απένειμε το βραβείο Νίκου Καζαντζάκη. Το 2012 τιμήθηκε με το βραβείο Ποίησης του Ιδρύματος Κώστα και Ελένης Ουράνη της Ακαδημίας Αθηνών, για το σύνολο του έργου του. Έφυγε από τη ζωή στις 26 Ιουλίου 2019, σε ηλικία 74 ετών. Βραβεία: Βραβείο Ιδρύματος Κώστα & Ελένης Ουράνη Ακαδημίας Αθηνών 2012.

___________________________________________________________

Λογοτέχνης με ξεχωριστό έργο ο Χριστόφορος Λιοντάκης, μέλος της γενιάς του ’70, ποιητής, πεζογράφος και μεταφραστής –πρωτίστως γαλλικών έργων–, πέθανε στις 26.7.2019, στα 74 του· είχε γεννηθεί στο Ηράκλειο το 1945. Σε προ τριετίας συνέντευξή του στον Χρήστο Αγγελάκο («Εφημερίδα των Συντακτών», 18.12.2016) είχε κατονομάσει τον Κώστα Καρυωτάκη σαν έναν από τους αγαπημένους του ποιητές. Κι ωστόσο, κάποιο από τα κρίσιμα μονοπάτια της ζωής του διασταυρώθηκε με το μονοπάτι ενός περιστασιακά «αντίδικου» του Καρυωτάκη: του Μιλτιάδη Μαλακάση. Εννοώ την ιδιαίτερα πρώιμη επαφή και των δύο, του Μεσολογγίτη και του Κρητικού, στην ηλικία του αξεδίψαστου σφουγγαριού, με μία από τις ισχυρότερες μορφές του έμμετρου λαϊκού λόγου: τα μοιρολόγια.

Στη συναγωγή αυτοβιογραφικών αφηγημάτων «Ο μεγάλος δρόμος» (Γαβριηλίδης, 2017), που φωτίζει αναδρομικά πολλά απ’ όσα άφηνε στη δικαιοδοσία της κρυπτικότητας η ποίησή του, ο Λιοντάκης θυμάται: «Στις κηδείες φοβόμουν, ωστόσο δεν ξεκολλούσα από το σπίτι όπου υπήρχε το λείψανο. Ηθελα ν’ ακούω τα μοιρολόγια». Πολλές δεκαετίες πριν, στις 13.1.1934, ο Μαλακάσης, σε συνέντευξή του στον Κλέωνα Παράσχο, για τον «Θεατή», εκμυστηρευόταν (βλ. τώρα τον β΄ τόμο των «Πεζών» του, επιμέλεια Γιάννης Παπακώστας, Πατάκης, 2006):

«Από την παιδική μου ηλικία, ό,τι μένει βαθύτερα χαραγμένο στη μνήμη μου, είναι η μεγάλη αγάπη που αισθανόμουν για τα πανηγύρια, για τους γάμους, για τις εξοχές, για τις κηδείες παλικαριών και κοριτσιών, που τους θρηνούσαν οι μοιρολογίστρες. Ο,τι ήταν τραγούδι, και ιδίως πονεμένο, μελαγχολικό, με συγκινούσε, μου έδινε μια δυνατή χαρά, τόση ώστε οι γονείς μου, μολονότι έβλεπαν ότι τα μοιρολόγια με πείραζαν, μ’ άφηναν, ωστόσο, να πηγαίνω και να τ’ ακούω».

Χάρη στη μαγγανεία της ποίησης, χάρη και στο ταλέντο φυσικά, η αγάπη του Λιοντάκη για τα πένθιμα τραγούδια δεν μετέτρεψε το έργο του σε μοιρολόι. Και με τον ίδιο τρόπο, η αγάπη του για τον Καρυωτάκη, με την ποιότητα και το βάθος της, έδωσε τη δυνατότητα στην ποίησή του να μη γίνει κόπια του καρυωτακισμού, ανεπτυγμένη σε ελεύθερο στίχο. Ισα ίσα. Σε δρόμο ανηφορικό από το 1973 της πρώτης κατάθεσής του με τη συλλογή «Το τέλος του τοπίου» (και τίποτε πιο ανηφορικό από την καταβύθιση στις στοές τής προς ανάκτηση παιδικής ηλικίας), η ποίησή του, σε γλώσσα διαρκώς ανήσυχη και εμπλουτιζόμενη, καταστάλαξε σε λόγο μειλίχιο, εγκάρδιο και εγκαρδιωτικό, με καλά αφομοιωμένη τη λογιοσύνη, που επισκεπτόταν συχνά την εκκλησιαστική γραμματολογία.

Ο Λιοντάκης ζήτησε –και βρήκε, για να την προσφέρει– παραμυθία στη μοναδική θεότητα που δεν έπαψε να θαυματουργεί: τη φύση, «το πρώτο του καταφύγιο, διαφυγή από τη θλίψη, στον πένθιμο περίγυρο των παιδικών του χρόνων», όπως αυτοϊστορείται στον εισαγωγικό «Απόλογο» του βιβλίου «Εικόνες που επιμένουν» (αναθεωρημένη οριστική επανέκδοση στον Γαβριηλίδη, το 2012, των τριών πρώτων συλλογών του). Κρατήθηκε από το «ληθοκτόνο άρωμα της μουσμουλιάς», την «πανσέληνη γάζα της θάλασσας», το γιασεμί που «αγωνιούσε να ηδύνει τη νύχτα». Με τη διπλή γνώση ως στωικό σύμμαχό του: «Σε μια κλωστή φεγγάρι κρέμεται το θαύμα». Αλλά και: «Λίγη σαγήνη από την ομορφιά που καταρρέει / επιμένει ακόμη να». Ετσι ο δεύτερος στίχος. Φαινομενικά ημιτελής. Σαν θεμέλιος λίθος όχι μιας Μεταφυσικής αλλά μιας Φυσικής.

Στο ποίημα «Μνήμη, α΄» του «Ημερολογίου καταστρώματος, Γ΄», ο Γιώργος Σεφέρης αντλεί δύναμη από το Κατά Ιωάννην ευαγγέλιο, συνοψίζοντας ένα χωρίο του στον στίχο «είμαστε ο σπόρος που πεθαίνει». Ο Λιοντάκης, στη συλλογή «Με το φως» (Καστανιώτης, 1999), και στο 12ο και τελευταίο μέλος του ποιήματος «Τα τελευταία της χελιδόνια», μένοντας σε περιβάλλον γειτονικό του σεφερικού, ανατρέχει στον Ησαΐα. Στην πρώτη ανάγνωση δείχνει να υιοθετεί το βιοθεωρητικό συμπέρασμα του προφήτη: «Πάσα σαρξ χόρτος». Η υιοθεσία όμως μαστορεύει τη νοηματική ανατροπή του βιβλικού αποσπάσματος. Στον Ησαΐα (όπως και στον απόστολο Πέτρο, που μνημονεύει ανωνύμως τον προφητικό λόγο, στην α΄ επιστολή του) το πόρισμα είναι καταθλιπτικό: «Πάσα σαρξ χόρτος, και πάσα δόξα ανθρώπου ως άνθος χόρτου· εξηράνθη ο χόρτος, και το άνθος εξέπεσεν». Και στην επίσημη μετάφραση, της Βιβλικής Εταιρίας: «Ο κάθε άνθρωπος είναι σαν το χορτάρι, και η δόξα του όλη φευγαλέα σαν το αγριολούλουδο. Το χορτάρι ξεραίνεται, μαραίνεται ο ανθός». Για τους πιστούς της θρησκείας, μόνο «το ρήμα του Θεού ημών μένει εις τον αιώνα». Για τους πιστούς του ανθρώπου όμως, απορφανισμένου ή μη από θεούς, το ξεραμένο χορτάρι (το θνητό που το θερίζει ο χρόνος, ο «πρωτομάστορας της φθοράς») δεν είναι το τέλος, δεν είναι η οριστική εκμηδένιση. Είναι η προϋπόθεση για να λειτουργήσει πυρετικά η αναγεννητική μηχανή της μνήμης, ώστε να ξαναφτιάξει περιβόλια με πρώτη ύλη τα μαραμένα λουλούδια και τα ξεραμένα χορτάρια. Αυτή είναι η ανθρώπινη κατάσταση, κι άλλη δεν έχει. Γι’ αυτό και ο Λιοντάκης κλείνει ένα από τα ωραιότερα μες στη συγκινητική του απλότητα ποιήματά του παραθέτοντας το βιβλικό χωρίο, αλλά παραμυθητικά ανανοηματοδοτημένο:

«Σε βλέπω πάλι βιαστική / πριν βγει ο ήλιος να προλάβεις / ευχές να δώσεις στα βοτάνια / τους ανθούς να κόψεις της κολοκυθιάς / θειάφι στις ντοματιές να ρίξεις / τις σταφυλιές να ράνεις με χαλκό / στα περιστέρια να αλλάξεις το νερό / το δυόσμο να κορφολογήσεις. / Σε βλέπω πάλι βιαστική / να προλάβεις πριν βγει ο ήλιος / να μου φτιάξεις τσάι με κανέλα. / Μάνα, το σπίτι ξανάγινε το περιβόλι μας. / Πάσα σαρξ χόρτος». Η ευλογημένη μνήμη της μάνας αρκεί για να ηττηθεί το κλίμα μελαγχολίας που εγκαθιδρύθηκε αμέσως πριν, με το 11ο τμήμα του ίδιου ποιήματος: «Ξημέρωνε κι ασφόδελο γινότανε / το περιβόλι· γεμάτο αλμύρα που πικρόφερνε / πρόγευση του χωρισμού που πλησιάζει».

Για να παραμείνουμε στο καταφύγιο της φύσης, με οδηγό το ποίημα «Απακανθιζόμενος» (αφορμή του η θέα τού φερώνυμου αγάλματος του 3ου αιώνα π.Χ., που βρίσκεται στο Μουσείο Καπιτωλίου της Ρώμης), ο ποιητής είναι ένας μονίμως απακανθιζόμενος. Μόνο που τ’ αγκάθια της μνήμης του δεν τα πετάει. Αυτά είναι το μολύβι του. Το βλέπουμε καθαρά και στο μεταθανάτιο δώρο του Λιοντάκη στους πιστούς της ποίησης, το εκτενές ποίημα «Ενεκεν της ανωνυμίας σου», που τυπώθηκε (εκτός εμπορίου) με τη φροντίδα φίλων του. Αφορμή εδώ ένα υποφωτισμένο χωρίο στο Κατά Μάρκον. Αμέσως μετά το φίλημα του Ιούδα, όλοι εγκαταλείπουν τον Ιησού. Μόνο ένας νέος τον ακολουθεί, τυλιγμένος κατάσαρκα με σεντόνι. Τον πιάνουν όμως άλλοι νεανίσκοι και τον γδύνουν. Αυτόν τον γυμνό νέο τον βλέπει παντού ο Λιοντάκης: Στο Νταχάου, έξω από τον θάλαμο αερίων. Στη Μόσχα να δικάζεται. Στη Πράγα να αυτοπυρπολείται. Στο Πολυτεχνείο να τρέχει ανάμεσα στις σφαίρες. «Στην πλατεία Βικτωρίας να ξυρίζεσαι / με σάλιο σ’ ένα καθρεφτάκι από τη Δαμασκό» – ένας ακόμα από τους μετανάστες που έθεσε υπό τη σκέπη της η ποίηση του Λιοντάκη.


Πηγή: timesnews.gr