Θέατρο Διονύσου (4ος αι. π.Χ.)

ΔΗΩ ΚΑΓΓΕΛΑΡΗ*

Η πόλη έμπαινε στο θέατρο

ΚΑΘΕ ΘΕΑΤΡΟ αυτής της πόλης έχει τη μικρή ή τη μεγάλη ιστορία του. Ανάμεσά τους, τα απομεινάρια του θεάτρου του Διονύσου στη νότια πλαγιά του βράχου της Ακρόπολης· το ρωμαϊκό Ηρώδειο λίγο πιο πέρα· το “Εθνικό” – πάλαι ποτέ “Βασιλικό” – θέατρο, γέννημα του αιώνα μας, κτισμένο σε σχέδια Τσίλερ με πρότυπο την ιταλική σκηνή, στην οδό Αγίου Κωνσταντίνου κοντά στην πλατεία Ομονοίας, την “κεντρικοτέρα και παλαιοτέρα πλατεία των Αθηνών”· το ερειπωμένο μέχρι πρόσφατα “Δημοτικό Θέατρο Πειραιώς”, στο επίνειο της πόλης, που έγινε φέτος εκατό χρόνων· το θέατρο “Ολύμπια”, κτίσμα της δεκαετίας του ’10 στην οδό Ακαδημίας και – εδώ και εξήντα χρόνια – στέγη της Εθνικής Λυρικής Σκηνής· στην Πανεπιστημίου το – “αμερικάνικης όψης” [Βλ. Ελένη Φεσσά-Εμμανουήλ, Η αρχιτεκτονική του νεοελληνικού θεάτρου 1720-1940, Αθήνα 1994] – προπολεμικό κέντρο θεαμάτων “Rex”, στέγη τότε του θεάτρου Κοτοπούλη· στην πλατεία Καρύτση το θέατρο “Μουσούρη” του 1934, με τη “χαριτωμένη και θερμή μορφή σαλονιού” [Λεύκωμα 25 χρόνια του θεάτρου Μουσούρη, Αθήνα 1961]· στο “Υπόγειο” του “Ορφέα” στη Σταδίου το ημικυκλικό θέατρο Τέχνης που λειτουργεί από το 1954.

Είναι ακόμη, τα ανεγερθέντα στα ισόγεια και υπόγεια κεντρικών πολυκατοικιών θέατρα των δεκαετιών της αντιπαροχής με μεσοβέζικες αρχιτεκτονικές λύσεις· τα κτήρια με τις τεράστιες μαρκίζες στις “λεωφόρους” των θεαμάτων· τα ανοικτά θέατρα των πέριξ δήμων με το μπετόν χυμένο κυκλικά χάριν αρχαιολατρίας· και στον Λυκαβηττό η μεταλλική “αχιβάδα” με κάτι από τα αρχικά σχέδια Ζενέτου. Και ανάμεσα στα κλειστά θέατρα υπάρχουν εκείνα – σαράντα περίπου τον αριθμό – που δεν σχεδιάστηκαν εκ θεμελίων αλλά ξεφύτρωσαν τις δυο τελευταίες δεκαετίες σαν μανιτάρια από οικοδομήματα διαφορετικής χρήσης (κινηματογράφους, νεοκλασικά, αποθήκες, διαμερίσματα, μπουάτ, φούρνο, παγοποιείο, τυπογραφείο, γκαράζ) και σήμερα αποτελούν το ήμισυ σχεδόν των αθηναϊκών αιθουσών.

Μια αποθήκη – του Ορφέα – ήταν και το “Υπόγειο”. Στην Κατοχή, οι Γερμανοί το είχαν κάνει μπαρ κι ύστερα ρήμαξε. “Είχαμε πάει να δούμε το χώρο με τον Κουν και τη Σαββοπούλου. Ερείπιο γεμάτο νερό και μούχλα, αλλά ο Κουν έβλεπε κιόλας το θέατρο και στο φως ενός σπαρματσέτου προσπαθούσε να κάνει τα σχέδια στο πακέτο του”, θυμάται ο Γιώργος Λαζάνης.

Τα θεατρικά κτίσματα μιλούν με τη δική τους γλώσσα για την ιστορία του θεάτρου αλλά και της πόλης, της οποίας συνιστούν αναπόσπαστο κομμάτι, αποκαλύπτοντας στοιχεία για τις κοινωνικές δομές της εποχής τους, ανάλογα με την τυπογραφική θέση τους, τον αρχιτεκτονικό ρυθμό τους, τον αριθμό των θεατών, το σχήμα του σκηνικού χώρου, τον τρόπο που χωρίζουν ή ενώνουν “αυτούς που παίζουν” και “αυτούς που κοιτάζουν”.

Στην Ελλάδα – αλίμονο – έχουμε το σπάνιο προνόμιο να αντλούμε μαρτυρίες για τη σημασία που δίνει η πολιτεία στη θεατρική τέχνη και από τα θέατρα που έμελλε να μοιραστούν με τ’ άλλα κτήρια το φόρο αίματος στην αδίστακτη μπουλντόζα: ας μνημονεύσουμε το θέατρο “Κοτοπούλη” – πρώην “Νέα Σκηνή” του Κωνσταντίνου Χρηστομάνου, το πρώτο καλλιτεχνικό θέατρο της χώρας – την Ομόνοια, που έπεσε το 1936, το “Δημοτικό Θέατρο Αθηνών” που σχεδίασε ο Τσίλερ στα τέλη του περασμένου αιώνα και γκρεμίστηκε το ’40, το θέατρο “Παπαϊωάννου” που χάθηκε το ’60 [Οι χρονολογίες αντλήθηκαν από τη μελέτη της Ελένης Φεσσά-Εμμανουήλ].

Εάλω η πόλις των Αθηνών μαζί με τα θέατρά της.

Πάντα, λοιπόν, η πόλη έμπαινε στο θέατρο καθώς ο “κήπος στη θάλασσα”. Ωστόσο η παρουσία της επιβάλλεται μ’ ένα ξεχωριστό ύψος σ’ εκείνα τα θέατρα που, στην “προηγούμενη ζωή” τους, έπαιζαν διαφορετικό ρόλο, έτσι ώστε να μην κουβαλούν μόνο τα ίχνη που άφησε ο χρόνος κατά τη διάρκεια της ιστορικής εξέλιξης (όπως συμβαίνει, ας πούμε, με τα αρχαία θέατρα).

Μικρά θέατρα-κυψέλες: το “Θέατρο οδού Κυκλάδων” – η μετάβαση από την πρώην αποθήκη σιγαρέττων σε “Σκηνή” έγινε από τον Κυριάκο Κρόκο ή το “Απλό” υπαινίσσονται ένα απροσδιόριστο παρελθόν. Αίσθηση κατακόμβης αναδύει το “Ιλίσια Studio”. Το Θέατρο Τέχνης οδού Φρυνίχου” που δημιουργήθηκε στη θέση μιας παλιάς ξυλαποθήκης με φεγγίτες και ζευκτά, στην Πλάκα, το 1985 διατηρεί μόνο μια μακρινή ανάμνησή της. “Η εσωτερική αρχιτεκτονική και ο σκηνικός χώρος του κτηρίου παραπέμπουν στα παλιά αθηναϊκά σπίτια με το αίθριο-αυλή και τα περιμετρικά μπαλκόνια. Η είσοδος των θεατών γίνεται από την πλευρά της σκηνής, κάτι που θυμίζει τις παρόδους των αρχαίων υπαίθριων θεάτρων. Ως υλικά έχουν χρησιμοποιηθεί ξύλο, σοβάς, χρώμα,  βιομηχανικό δάπεδο και σίδερο” [Μ. Περράκης, Θεάτρων Αρχιτεκτονική Δημιουργία σε χώρους Παρελθόντος, Αθήνα 1991, σ. 72].

Αλλά, κυρίως, το κλεινόν άστυ εισβάλλει στα θέατρα που κουβαλούν φανερά μνήμες από αλλότριες χρήσεις, πριν ακόμη  το αρχικό κτίσμα “αποξεστεί” σαν παλίμψηστο για να “γραφτεί” ένα θέατρο. Σ’ αυτό η “επιθεάτρωση” δεν ανέκοψε βίαια το νήμα της συνέχειας αλλά επέτρεψε στα κτήρια να διατηρήσουν την παλιά φυσιογνωμία τους – από ένα νεοκλασικό σπίτι (“Θέατρο Εξαρχείων”), από ένα τυπογραφείο (“Εμπρός”) ή από την ξυλαποθήκη Κουτλίδη (“Σφενδόνη”).

Διαμορφωμένο από τον καθηγητή Δεκαβάλλα σε “Θέατρο Εξαρχείων”, το νεοκλασικό της οδού Θεμιστοκλέους διατηρεί κάτι από τα “ωραία απολιθώματα της διάρκειας που έχουν στερεοποιηθεί από μακρόχρονες παραμονές”, όπως θα ‘λεγε και ο Γκαστόν Μπασλάρ.

Μια αίσθηση ερήμωσης και ονείρων θα μεταφέρει ο Τάσος Μπαντής από την πρώτη επαφή με το εγκαταλελειμμένο τυπογραφείο, κτίσμα των αρχών της δεκαετίας του ’30. Υγρασία, μούχλα, ποντίκια και ψοφίμια, αλλά και η πεποίθηση ότι βρέθηκε ο “γυμνός” χώρος που θα διατηρεί μόνο το κέλυφός του και θα είναι ανοιχτός στις μεταμορφώσεις. “Θέατρο στο Παλιό Τυπογραφείο του Εμπρός”:  ήδη ο τίτλος συνενώνει το παρελθόν και το παρόν του κτηρίου.

Οι αρχιτέκτονες Τάκης Φραγκούλης και Αντώνης Δαγκλίδης προχώρησαν στις στατικές επεμβάσεις χωρίς να αλλοιωθεί ο χαρακτήρας του. Ο χώρος του πιεστηρίου μετατράπηκε σε θεατρική αίθουσα, όπου η σκηνογραφία δημιουργεί κάθε φορά τη σκηνή. Τα γραφεία της σύνταξης είναι τα σημερινά καμαρίνια και οι αίθουσες της δραματικής σχολής που έχουν ιδρύσει οι “Μορφές”.  Το “μάρμαρο” έδωσε τη θέση του στην “Επάνω Σκηνή”, το παλιό καφενείο έγινε φουαγιέ. Διατηρήθηκε το ασανσέρ και στους τοίχους παραμένουν οι ασφάλειες, οι πυκνωτές και οι μετασχηματιστές.

Η ξεχωριστή ατμόσφαιρα αυτού του θεάτρου αλλά και της ξεχασμένης γειτονιάς του Ψυρρή φαίνεται να συνδυάζεται και με την επιλογή του ρεπερτορίου, καθώς τα έργα του Μποντ, του Μάμετ και το Μπέρκοφ βρίσκουν εδώ τη “φυσική” στέγη τους. Από την άλλη μεριά στα ιψενικά έργα που ανέβασαν οι “Μορφές” το παρελθόν των ηρώων μοιάζει να συνομιλεί με το παρελθόν του θεατρικού χώρου.

Τη δέσμη του ήλιου από το παράθυρο της οροφής, το φτερούγισμα των περιστεριών μέσα στην απόλυτη σιωπή, τη σπάνια αίσθηση του ακινητοποιημένου χρόνου στην πολύβουη Αθήνα, θυμούνται οι αρχιτέκτονες Ανθή Νικηφοράκη και Μίμης Γρηγόρης μιλώντας για τη στιγμή  που πρωτοαντίκρισαν την ξυλαποθήκη της οδού Μακρή. Ένα ερείπιο έτοιμο να πέσει στον ακάλυπτο της διπλανής πολυκατοικίας ήταν το σημερινό θέατρο ‘Σφενδόνη”. Απορρίπτοντας την ιδέα του εξωραϊσμού υποτάχθηκαν με την υπομονή του χειρώνακτα στην ωραία ταπεινότητά του και προχώρησαν  στην αποκατάστασή του, σεβόμενοι απόλυτα τις τεχνικές δόμησης των λαϊκών μαστόρων των μέσων του περασμένου αιώνα και των αρχών του εικοστού: στον τοίχο έχει καταγραφεί η ιστορία του κτηρίου, που από μάντρα του 1870 έγινε, γύρω στο 1920, αποθήκη ξυλείας. Όλα τα στοιχεία της κατασκευής της πλατείας και της σκηνής αποτελούνται από κινητά βάθρα που εξασφαλίζουν τη δυνατότητα μεταλλαγής του χώρου, ανάλογα με τις ανάγκες του εκάστοτε έργου. Στις Μορφές από το έργο του Βιζυηνού, εναρκτήριο έργο της “Σφενδόνης” που ερμήνευσε η Άννα Κοκκίνου επί δυο χρόνια, η επιβλητική φυσική σκηνογραφία συνέβαλε στη μαγεία της βραδιάς.

Η συζήτηση για τον “άλλο χώρο” είχε ανάψει στην Ευρώπη ήδη από τα τέλη του περασμένου αιώνα. Οι ραγδαίες κοινωνικο-ιδεολογικές, τεχνολογικές και καλλιτεχνικές αλλαγές πυροδότησαν τη ρήξη με το ιταλικό κουτί-θέατρο του Πρίγκιπα. Από τον Αντουάν και τον Βάγκνερ στον Ρομέν Ρολάν και στον Ράινχαρτ, από τον Ζακ Κοπό και τον Μέγιερχολντ στον Αρτό: “Εγκαταλείποντας λοιπόν τις σημερινές θεατρικές σάλες, θα πάρουμε ένα οποιοδήποτε υπόστεγο ή σιταποθήκη, που θα το μετατρέψουμε σύμφωνα με τους αρχιτεκτονικούς τρόπους μερικών εκκλησιών ή ιερών, καθώς και μερικών ναών του Άνω Θιβέτ (…). Το κοινό θα κάθεται στη μέση της αίθουσας σε κινητά καθίσματα περιστρεφόμενα, που θα του επιτρέπουν να πρακολουθεί το θέαμα που θα ξετυλίγεται ολόγυρά του” (Αντονέν Αρτό, Το θέατρο και το είδωλό του, μτφρ. Παύλος Μάτεσις, Δωδώνη, Αθήνα, σ. 108] και από τον Άπια και τον Κρεγκ, στον Βιλάρ και το “Λίβινγκ Θίατερ” στον Μπρουκ, τον Γκροτόφσκι και την Μνιούσκιν, ποικίλλουν οι ορίζοντες των αναζητήσεων και τα εγχειρήματα. Από την άλλη μεριά, ο Μπρεχτ προτιμούσε να υπονομεύσει την Ιταλική Σκηνή από τα μέσα, ενώ καλλιτέχνες όπως ο Στρέλερ, ο Πλανσόν και ο Σερό παραμένουν σ’ αυτήν υπερασπιζόμενοι τις αρετές της.

Στην χώρα μας, πρώτος ο Φώτος Πολίτης μετέφερε δημιουργικά τον προβληματισμό των Ευρωπαίων σκηνοθετών για το κεφαλαιώδες θέμα του θεατρικού χώρου. Ο Κουν επίσης επέλεξε απολύτως συνειδητά (μετά από ένα ταξίδι στις Ηνωμένες Πολιτείες) την ημικυκλική μορφή του Υπογείου, που ταυτίστηκε με τον θεατρικό μοντερνισμό. Ας θυμηθούμε, πάντως, και την παράσταση των “Τρωάδων” του Τσαρούχη το 1977 μπροστά από τον μισογκρεμισμένο τοίχο της οδού Καπλανών.

Άραγε, για πόσους από τους θιάσους μας σήμερα η θεατρική πράξη σε “εξωθεατρικά” οικοδομήματα είναι αποτέλεσμα ουσιαστικής επιθυμίας για έναν αντισυμβατικό χώρο και όχι λύση ανάγκης; Αυτό και άλλα ερωτήματα – για τα λειτουργικά προβλήματα αυτών των θεατρικών κτηρίων, για τη σχέση θιάσου και γειτονιάς και βέβαια για το παίξιμο του ηθοποιού – μένουν να απαντηθούν. Προς το παρόν, ας αρκεστούμε στα μαγικά παιχνίδια του θεάτρου με τους περασμένους χρόνους και χώρους.

ΥΓ. Μια πρώτη μορφή αυτού του κειμένου δημοσιεύθηκε στην εφημ. Η Εποχή, στις 30.4.1995. Σήμερα, 14 χρόνια μετά, τα αθηναϊκά θέατρα έχουν πολλαπλασιασθεί και ένας νέος καθοριστικός άξονας έχει δημιουργηθεί κατά μήκος της οδού Πειραιώς. Εκεί – Πειραιώς 260, Σχολείον – κτυπάει πλέον και η καρδιά του Φεστιβάλ Αθηνών. Από την άλλη μεριά, δυο από τους σκηνοθέτες που έδωσαν στοιχεία γι’ αυτή την μικρή έρευνα (εισαγωγή σε ένα μεγάλο θέμα) δεν βρίσκονται πια ανάμεσά μας. “Η πόλη έμπαινε στο θέατρο” αφιερώνεται στη μνήμη του Γιώργου Λαζάνη και του Τάσου Μπαντή.

  • Πρώτη δημοσίευση: Η Λέξη. Ελληνική και ξένη λογοτεχνία. Αφιέρωμα: Το ελληνικό θέατρο. Τεύχος 199, Ιανουάριος-Μάρτιος 2009.

Δηώ Καγγελάρη είναι Επίκουρη Καθηγήτρια της Θεατρολογίας. Σπούδασε θεατρολογία στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Παρίσι ΙΙΙ-Νέα Σορβόννη. Εκπόνησε τη διδακτορική διατριβή της στο Τμήμα Φιλολογίας (Τομέας Μεσαιωνικών και Νέων Ελληνικών Σπουδών) της Φιλοσοφικής Σχολής του ΑΠΘ, με θέμα «Ελληνική Σκηνή και θέατρο της Ιστορίας, 1936-1944. Οι Θεσμοί και οι Μορφές» (2003). Δίδαξε στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πατρών (1995-8) και (από το 1999) στο Τμήμα Θεάτρου της Σχολής Καλών Τεχνών του ΑΠΘ. Στα ερευνητικά της ενδιαφέροντα συγκαταλέγονται οι «Όροι του μοντέρνου στη Νεοελληνική Σκηνή» (Εισήγηση στο Β’ Πανελλαδικό Συνέδριο, 2002), η σκηνική ερμηνεία του αρχαίου δράματος και η κριτική θεώρηση της σύγχρονης θεατρικής πράξης. Έχει δημοσιεύσει μελέτες στην Ελλάδα και στη Γαλλία και έχει επιμεληθεί θεατρικές εκδόσεις και εκθέσεις. Είναι μέλος της Ένωσης Ελλήνων Θεατρικών και Μουσικών Κριτικών. Από το 2006 είναι Σύμβουλος καλλιτεχνικού προγραμματισμού στο Ελληνικό Φεστιβάλ. Είναι Διευθύντρια Σπουδών της Ανωτέρας Δραματικής Σχολής του Εθνικού Θεάτρου.


Πηγή: timesnews.gr