Μια νέα επιστημονική μελέτη, η οποία δημοσιεύθηκε στο ιατρικό περιοδικό BMJ Open Gastroenterology, ανέδειξε ότι ασθενείς με ευερέθιστο έντερο εμφανίζουν έλλειψη βιταμίνης D.

Τι είναι ευερέθιστο έντερο;

Το ευερέθιστο έντερο είναι μια από τις συχνότερες παθήσεις του γαστρεντερικού συστήματος. Γνωστή και ως σπαστική κολίτιτδα, αφορά μια λειτουργική, και όχι οργανική, διαταραχή του εντέρου. Δεν εντοπίζεται δηλαδή πρόβλημα στο όργανο του εντέρου αλλά στον τρόπο που λειτουργεί.

Ποια είναι τα συμπτώματα του ευερέθιστου εντέρου;

Οι ασθενείς, ειδικά σε περίοδο έντονου σωματικού ή ψυχολογικού άγχους (stress), εμφανίζουν δυσκοιλιότητα, διαρροϊκές κενώσεις, μετεωρισμό, αυξημένους εντερικούς ήχους και διάχυτο κοιλιακό άλγος. Τα συμπτώματα δύναται να συνυπάρχουν, με εναλλαγή κατά τη διάρκεια της ημέρας, ή να εμφανίζονται μεμονωμένα.

Πώς γίνεται η διάγνωση της νόσου;

Δεν υπάρχει ειδική εξέταση που να επιβεβαιώνει την ύπαρξη ευερέθιστου εντέρου. Η διάγνωση γίνεται δια αποκλεισμού. Οι ασθενείς υποβάλλονται συνήθως σε ενδοσκοπικό έλεγχο (γαστροσκόπηση και κολονοσκόπηση), καθώς και σε εργαστηριακό και απεικονιστικό έλεγχο. Σκοπός είναι να αποκλεισθεί κάποια οργανική βλάβη, όπως για παράδειγμα καρκίνος του παχέος εντέρου ή φλεγμονώδης νόσος του εντέρου, παθήσεις δηλαδή που θα μπορούσαν να εμφανίσουν παρόμοια συμπτώματα.

Ποια είναι η θεραπεία της νόσου;

Δυστυχώς, δεν έχουμε ειδική θεραπεία για το ευερέθιστο έντερο. Συστήνεται η καθημερινή καταγραφή του διαιτολογίου του ασθενούς, ώστε να εντοπίσουμε πιθανή συσχέτιση κάποιων τροφών με την εμφάνιση ή την έξαρση των συμπτωμάτων.

Φαίνεται ότι η καταπολέμηση του άγχους, η κατανάλωση μικρών γευμάτων, σε τακτά χρονικά διαστήματα κατά τη διάρκεια της ημέρας, και η αποφυγή του καφέ και του αλκοόλ καθυστερούν την εμφάνιση της συμπτωματολογίας.

Μπορούμε να βελτιώσουμε την ποιότητα ζωής του ασθενούς με τη χορήγηση φαρμάκων, όπως για παράδειγμα τριμεμπουτίνης, λοπεραμίδης και αγχολυτικών δισκίων. Το είδος της θεραπείας καθορίζεται πάντα από τον ιατρό.

Τι νεότερο προκύπτει από τη μελέτη;

Μελετήθηκαν 51 ασθενείς με ευερέθιστο έντερο. Προέκυψε ότι:

·      Το 85% των ασθενών είχαν χαμηλά επίπεδα βιταμίνης D στον ορό. Πρόκειται για μια σημαντική βιταμίνη η οποία ρυθμίζει τα επίπεδα ασβεστίου και φωσφόρου στον οργανισμό, επιδρά στην παραγωγή της παραθορμόνης και προστατεύει από οστεοπενία και οστεοπόρωση.

·      Ο βαθμός ανεπάρκειας της βιταμίνης D συσχετίσθηκε με την ένταση των συμπτωμάτων της νόσου.

Φαίνεται λοιπόν ότι η χορήγηση βιταμίνης D σε ασθενείς με ευερέθιστο έντερο μπορεί να βελτιώσει την ποιότητα ζωής τους.

Συνιστάται σε όλους τους ασθενείς να ελέγχονται τα επίπεδα της βιταμίνης  D στον ορό, και εφόσον διαπιστωθεί ανεπάρκεια να αντιμετωπίζεται άμεσα.

πηγή: iator.gr

Πηγή: timesnews.gr