ΛΑΜΠΡΟΣ ΠΟΡΦΥΡΑΣ

Το θέατρο

Δεν ξέρω πώς να σου το ειπώ. Μα ο δρόμος, χθες το βράδυ,
μες στηὴ σταχτιὰ τη συννεφιὰ σα θέατρο είχε γίνει.
Μόλις φαινόταν η σκηνὴ στ᾿ ανάριο το σκοτάδι
και σα σκιὲς φαινόντανε μακριά μου οι θεατρίνοι.

Τα σπίτια πέρα κι οι αὐλὲς και τα κλωνάρια αντάμα
έλεγες κι ήταν σκηνικὰ παλιὰ και ξεβαμμένα,
κι εκείνοι εβγαίναν κι έπαιζαν τ᾿ αλλόκοτό τους δράμα,
κι άκουγες βόγκους κι άκουγες και γέλια ευτυχισμένα.

Εγὼ δεν ξέρω. Εβγαίνανε κι εσμίγαν κι επαγαίναν
κι ήτανε μια παράσταση και θλιβερὴ κι ωραία.
Κι έβγαινε, Θε μου! κι η νυχτιὰ καθὼς επαρασταίναν,
κι έβγαινε, Θε μου! κι έριχνε τη μαύρη της αυλαία.

Γαλήνη

Σήμερα πάλι λιόχαρος είναι ο γιαλὸς κι ο δρόμος
ο ερημικός, που σέρνεται κονά στ᾿ ακροθαλάσσι
το καλοκαίρι το ‘διωξαν τα πρωτοβρόχια, κι όμως
το σκοτεινὸ φθινόπωρο δεν έχει ακόμα φτάσει.

Είναι μια τόση απανεμιὰ και μια γαλήνη τόση,
που τα καράβια απόμακρα με τα πανιὰ ανοιγμένα
σταμάτησαν, μα κοίταξε, σα να ‘χουν μετανιώσει,
πως τέτοιο φως αφήσανε και παν στα μαύρα ξένα.

Τώρα ως κι οι πένθιμοι καπνοὶ των βαποριών αράζουν
ασάλευτοι σα σύννεφα κι αυτοὶ μες στον αγέρα.
Όλα απ᾿ τον κόπο της ζωής τριγύρω μου ησυχάζουν
όλα, και μόνο στου γιαλού την αμμουδιὰ εκεί πέρα,

μονάχα εκεί, Γαλήνη μου, σαλεύοντας το κύμα
ζητάει κάποιο τραγούδι του να πει μες στη γιορτή σου,
μα δεν ξεσπάει να σου το πει, λὲς και πως το ‘χει κρίμα
να σου ταράξει τη χαρὰ που βρήκες στη σιωπή σου.

H Θαμπωμένη Χώρα

Πολλές φορές στου δειλινού τη μυστική την ώρα,
όταν γυρνώ με την ψυχή βαριά συλλογισμένη,
πολλές φορές στην ερημιά βγαίνει μιαν άυλη χώρα,
μια χώρα πάντα σιωπηλή και πάντα θαμπωμένη.

Tα σπίτια της είναι κλειστά κι είναι παλιά. Kλωνάρια
ξεβγαίνουν μέσ’ απ’ τις φτωχές αυλές, τις ρημαγμένες,
στους τοίχους, στα κατώφλια τους, φυτρώνουνε χορτάρια
κι οι στέγες μες στην πράσινη τη μούχλα είναι ντυμένες.

Έτσι είναι. Kι άλλα τα ‘χω δει -θαρρώ- στα μαύρα ξένα,
άλλα εδώ πέρα στο χωριό, και κάποια στο νησί μου,
κάποια στο δρόμο του γιαλού, σε χρόνια ευτυχισμένα,
κι όλα τους, κι όλη η χώρ’ αυτή μού λέει για τη ζωή μου.

A! Kαθώς μπαίνω στ’ άχαρα τα βραδινά στενά της,
κανένας δεν υπάρχει πια να βγει να μ’ απαντήσει,
εγώ είμαι ο μόνος κι ο στερνός που τα περνώ διαβάτης·
θυμάμαι αγάπες· σβήνεται το λίγο φως στη δύση·

Σβήνεται αγάλια ολότελα. Kι η χώρα η θαμπωμένη
μαζί μ’ εκείνο σιωπηλή βυθίζεται μακριά μου,
γυρνάω σκυφτός. Kι αλίμονο! τριγύρω μου δε μένει
παρά η νυχτιά, κι η σκοτεινιά κι η ατέλειωτη ερημιά μου.

Διαβάτης

Δεν το ξεχνώ το θλιβερό δρομάκι προς το βράδυ
που η βρύση του νανούριζε τη σιωπηλή ζωή,’
κι απ’ τον κισσό που εσκάλωνε στο σκοτεινό ρημάδι
το πλημμυρούσε των στρουθιών η μουσική πνοή.

Άλλο δεν ξέρω ν’ αγαπώ, μες στις πλατιές τις ρούγες,
παρά τις γλάστρες τ’ ανοιχτού στο φως παραθυριού,
τις στέγες που χιονίζουνε περιστεριών φτερούγες
κι ό,τι μου λέει το σήμαντρο παλιού καμπαναριού.

Στο μονοπάτι ώρα καλή, που την πρασινισμένη
πλαγιά του λόφου ετύλιγε κι ανέβαινε τερπνό,
τόσ’ όμορφο, τόσο καλό, θαρρούσες πως πηγαίνει
την Άνοιξη με τ’ άνθη του ψηλά στον ουρανό.

Κι αντί να πάη στον ουρανό, το παραστρατισμένο,
μας ετραβούσε λιόχαρο μέσα στη σιγαλιά,
μας έσερνε στο τέλος του, φτωχό κι ευτυχισμένο,
κάτω από μιαν ολόανθη λευκήν αμυγδαλιά.

Μ’ απ’ όλα εσύ με μάγεψες απ’ τα μικρά μου χρόνια,
ω! μονοπάτι των στοιχειών, που χάνεσαι μακριά,
ατέλειωτο στη λαγκαδιά, σκοτεινιασμένο αιώνια,
σα να ‘σαι εκείνο που ‘λεγεν η πεθαμένη γριά,

σα να ‘σαι ο δρόμος που ποτέ δε γνώρισε διαβάτη,
και τάχα στων παραμυθιών μονάχα τον καιρό,
τα παλικάρια σ’ έπαιρναν, στρατί το μονοπάτι,
να φέρουν στην αγάπη τους τ’ αθάνατο νερό.

(“Σκιές”, 1920)

ΛΑΜΠΡΟΣ ΠΟΡΦΥΡΑΣ (1879-1932). Ο Λάμπρος Πορφύρας (ψευδώνυμο του Δημητρίου Συψώμου, από τα δύο ομώνυμα ποιήματα του Διονυσίου Σολωμού) γεννήθηκε στη Χίο, ήδη όμως από την παιδική του ηλικία εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του στην Ερμούπολη της Σύρου. Τέλειωσε το Ελληνικό Σχολείο στην Πλάκα και το Α΄ Γυμνάσιο Πειραιά. Μαθητής του Γυμνασίου ακόμη, δημοσίευσε το ποίημα Θλίψη του Μαρμάρου στην εφημερίδα “Άστυ” (1894). Αμέσως έγινε δημοφιλής στους λογοτεχνικούς κύκλους και προκάλεσε το ενδιαφέρον του Κωστή Παλαμά, ενώ συνδέθηκε στενά με τα περιοδικά Τέχνη (που στήριξε και οικονομικά) και Διόνυσος, τον Κωνσταντίνο Χατζόπουλο και τον Γιάννη Καμπύση. Σπούδασε νομική στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, χωρίς όμως να ολοκληρώσει τη φοίτησή του. Μαχόμενος σοσιαλιστής και δημοτικιστής, υπήρξε μέλος του Εκπαιδευτικού Ομίλου και συνυπέγραψε το καταστατικό της Σοσιαλιστικής και δημοκρατικής Κίνησης. Το 1900 ταξίδεψε στο Παρίσι όπου ήρθε σε επαφή με τους εκεί λογοτεχνικούς κύκλους με τη μεσολάβηση του Ζαν Μορεάς, τη Ρώμη και το Λονδίνο. Επιστρέφοντας στην Ελλάδα εγκαταστάθηκε στον Πειραιά, όπου έμεινε ως το θάνατό του το 1932, δημοσιεύοντας ποιήματα στα σημαντικότερα λογοτεχνικά περιοδικά της εποχής. Επιστρατεύτηκε δυο φορές κατά τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο. Κατά τη διάρκεια της ζωής του εξέδωσε μια μόνο ποιητική συλλογή με τίτλο “Σκιές” (1920), ενώ το 1932 με επιμέλεια του αδελφού του εκδόθηκαν και οι “Μουσικές φωνές”, συλλογή για την οποία είχε τιμηθεί με το Αριστείο των Γραμμάτων και των Τεχνών. Υπήρξε εξαιρετικά δημοφιλής ποιητής και τιμήθηκε με τον Αργυρούν Σταυρόν των Ιπποτών του Τάγματος και του Σωτήρος από τον βασιλιά Αλέξανδρο (1918) και με μετάλλιο από τον Δήμαρχο του Πειραιά Τάκη Παναγιωτόπουλο. Ο Πορφύρας ανήκει στους συμβολιστές ποιητές και δέχτηκε επιδράσεις από τους ευρωπαίους συμβολιστές και από την ποίηση του Διονυσίου Σολωμού και του Κωστή Παλαμά. Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία του Λάμπρου Πορφύρα βλ. Άγρας Τέλλος, “Πορφύρας Λάμπρος”, Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια Κ΄. Αθήνα, Πυρσός, 1932 (τώρα και στον τόμο Τέλλος Άγρας Κριτικά Τόμος δεύτερος· Ποιητικά πρόσωπα και κείμενα· Φιλολογική επιμέλεια Κώστας Στεργιόπουλος, σ.258-260. Αθήνα, Ερμής, 1981), Ζήρας Αλεξ., «Πορφύρας Λάμπρος», Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό 8. Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1988, Μερακλής Μ. Γ., “Λάμπρος Πορφύρας”, Η ελληνική ποίηση· Ρομαντικοί – Εποχή του Παλαμά – Μεταπαλαμικοί· Ανθολογία – Γραμματολογία, σ.358-361. Αθήνα, Σοκόλης, 1977 και Σταμέλος Δημήτρης, “Πορφύρας Λάμπρος”, Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας 11. Αθήνα, Χάρη Πάτση, χ.χ. (Πηγή: Αρχείο Ελλήνων Λογοτεχνών, Ε.ΚΕ.ΒΙ.).

  •  Ελένη Πολίτου-Μαρμαρινού, «Η εποχή και η ζωή του Λάμπρου Πορφύρα». Λάμπρος Πορφύρας, Τα ποιήματα (1894-1932), Ίδρυμα Κώστα και Ελένης Ουράνη, Αθήνα 1993, 13-14 [σειρά: Νεοελληνική Βιβλιοθήκη].

Λάμπρος Πορφύρας είναι το «απαστράπτον ψευδώνυμον» που «περιεβλήθη ως μανδύαν βύσσου» ο ποιητής Δημήτριος Σύψωμος από την πρώτη κιόλας εμφάνισή του στα γράμματα, τον Σεπτέμβριο του 1894, και με το οποίο καθιερώθηκε έκτοτε στον ελληνικό Παρνασσό. Το ψευδώνυμο αυτό, χωρίς να υποδηλώνει καθόλου ότι ο δεκαπενταετής μόλις τότε φέρελπις ποιητής είχε ζηλώσει δόξα «λαμπράς πορφύρας», φιλοδοξία που θα αποδεικνυόταν άλλωστε ασυμβίβαστη με την ταπεινοφροσύνη και την απλότητα όλης της μετέπειτα ζωής του, παραπέμπει στα έργα του Σολωμού Λάμπρος και Πόρφυρας και φαίνεται έτσι να αποτελεί έγκαιρη αναγνώριση και τιμή προς τη σολωμική ποίηση.

  •  Mario Vitti, Ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας, Εκδόσεις Οδυσσέας, Αθήνα 2003, 323.

[…] Αυτός ο μετριοπαθής ποιητής, που πέρασε τη ζωή του αποτραβηγμένος και χωρίς φιλοδοξίες στις ταβέρνες της Πειραϊκής, κατάφερε όσο λίγοι συνομήλικοί του να εκφράσει τη μελαγχολία της γενιάς του. Χάρη σε μια γλώσσα ουσιαστική που δεν επιδιώκει σύνθετες λέξεις, ηχηρά επίθετα, και στο ανεπιτήδευτο των παραστάσεών του, κατέδειξε τον τρόπο με τον οποίο το ημίφως του συμβολισμού μπορούσε να εγκλιματιστεί με φυσικότητα στην Ελλάδα και να αποκτήσει γνήσια ελληνική ιθαγένεια· […]

  • Κ.Θ. Δημαράς, Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας. Από τις πρώτες ρίζες ως την εποχή μας, Εκδόσεις «Γνώση», Αθήνα 2000 (9η έκδ.), 544-545.

[…] από την άποψη της λυρικής διάθεσης, μπορούμε να μνημονεύσουμε τον Πορφύρα και το λιγοστό έργο του: μια ποιητική συλλογή Σκιές (1920) και μια οψίτυπη, Οι μουσικές φωνές (1934). Κι οι δυο συγκεντρώνουν την παλαιότερη εργασία του: βγαίνει κι αυτός από τον κύκλο της Τέχνης και του Διόνυσου. Ρέμβη, νοσταλγία, μελαγχολία, είναι τα φυσικά θέματα της ποίησής του, που είναι πάντα ευγενική, σεμνή, δοσμένη σε μισόλογα και αποχρώσεις. Όταν πάει να υψώσει την φωνή του, ο λυρισμός φεύγει. […].

Ελένη Πολίτου-Μαρμαρινού, «Η εποχή και η ζωή του Λάμπρου Πορφύρα». Λάμπρος Πορφύρας, Τα ποιήματα (1894-1932), Ίδρυμα Κώστα και Ελένης Ουράνη, Αθήνα 1993, 40-42 [σειρά: Νεοελληνική Βιβλιοθήκη].

[…] ως το κίνημα του 1930 που εγκαινιάζει μια νέα περίοδο της ιστορίας της, η ελληνική ποίηση αναπτύσσεται, κατά τη γνωστή διατύπωση του Κ.Θ. Δημαρά, «στη βαριά σκιά του Παλαμά». Αυτό σημαίνει ότι ποιητές τόσο διαφορετικοί μεταξύ τους, όσο π.χ. ο Σικελιανός και ο Πορφύρας, ακολουθούν διαφορετικές κάθε φορά πλευρές της πολύμορφης παλαμικής ποίησης και παίρνουν ως θεωρητική αφετηρία της δικής τους διαφορετικές κάθε φορά αρχές της σύνθετης παλαμικής ποιητικής. Δημιουργεί έτσι ο καθένας τους έργο διαφοροποιημένο από το συνολικό παλαμικό (ή από μεμονωμένες, χαρακτηριστικές ωστόσο, τάσεις και όψεις του), το οποίο όμως δεν είναι και αυτόνομο και ανεξάρτητο σε σχέση με αυτό.

Ενώ λοιπόν, από τη μια μεριά ο Βάρναλης, ο Σικελιανός ή ο Καζαντζάκης, που συνδυάζουν στο έργο τους την ιδέα του Ελληνισμού με έναν ευρύτερο στοχασμό, συνεχίζουν, μπορεί να πει κανείς, τον παλαμικό λυρισμό του εμείς και το λυρισμό των όλων, όπως εκφράστηκαν στις μεγάλες παλαμικές συνθέσεις (Ο Δωδεκάλογος του Γύφτου, Η Φλογέρα του βασιλιά, Ασκραίος, Οι Αλυσίδες κ.ά.), από την άλλη ο Γρυπάρης, ο Χατζόπουλος, ο Πορφύρας, αλλά και ο Λαπαθιώτης, ο Παπανικολάου, ακόμα και ο αιρετικός Καρυωτάκης, όσο κι αν αμφισβητούν την ποίηση του Παλαμά ή και την απορρίπτουν κάποτε, στην ουσία ακολουθούν, προωθώντας τον βέβαια, τον παλαμικό λυρισμό του εγώ, όπως αυτός εκδηλώνεται στον Τάφο, στην Ασάλευτη Ζωή, στους Καημούς της Λιμνοθάλασσας. Σ’ αυτόν βρίσκουν δείγματα υψηλής καλλιτεχνικής συνείδησης, προσωπικής συγκίνησης, μελαγχολικού στοχασμού, ή και σάτιρας και σαρκασμού, αλλά και πλούσια και υπαινικτική εικονοποιία και ποικίλων μορφών ρυθμικότητα, εντοπίζουν δηλαδή όλα όσα θα αποτελέσουν τα κύρια γνωρίσματα της τέχνης τους. Παράλληλα, επωφελούμενοι και πάλι από το τεράστιο όσο και πεισματικό άνοιγμα προς τις λογοτεχνίες της Ευρώπης, διευρύνουν ακόμα περισσότερο τον ποιητικό τους ορίζοντα προς τον ευρωπαϊκό Συμβολισμό, κυρίως τον γαλλικό και γαλλόφωνο, και συνθέτουν, τελικά, μια χαμηλόφωνη ποίηση πηγαίου λυρισμού, που διακρίνεται για την πρωτότυπη εικονοποιία και τη μουσικότητα του λόγου της. Και αυτή είναι, κατεξοχήν, η περίπτωση του Λάμπρου Πορφύρα.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΚΙ ΕΔΩ:


Πηγή: timesnews.gr