ΜΑΡΙΑ ΠΟΛΥΔΟΥΡΗ

Του Καρυωτάκη

«Οι νέοι που φτάσανε μαζὶ στο έρμο νησί» με σένα
κάποια βραδιὰ μετρήθηκαν κ᾿ ηύραν εσὺ να λείπης.
Τα μάτια τους κοιτάχτηκαν τότε, χωρὶς κανένα
ρώτημα, μόνο εκίνησαν τις κεφαλὲς της λύπης.

Νύχτες πολλές, θυμήθηκαν, απὸ τη μόνωσή σου
ένα σημείο απὸ φωτιὰ τους έστελνες, γνωρίζαν
το θλιβερὸ χαιρέτισμα που φώταε της αβύσσου
τους δρόμους κι όλοι απόμεναν στον τόπο τους που ορίζαν.

Απόμεναν στην ίδια τους πικρία, κρεμασμένοι
έτσι μοιραία και θλιβερὰ στο «βράχο» του κινδύνου.
Κι όταν πια τους χαιρέτισες, οι αιώνια απελπισμένοι
ψάλαν μαζί κάποια στροφὴ καθιερωμένου θρήνου.

Μα φτάνουν πάντα στο «νησί» τα νέα παιδιὰ ολοένα.
Στην άδεια θέση σου ζητούν της ζωής το ελεγείο.
Σου φέρνουνε στα μάτια τους δυο δάκρυα παρθένα
και της καινούργιας σου Εποχής το πλαστικό εκμαγείο.

Ποιος ξέρει…

Καμμιὰν απὸ τις πίκρες μου δε γνώρισες
ις πίκρες μου τις άσωστες τις μαύρες.
Και στων ματιών μου μέσ᾿ στο φεγγοβόλημα
ταὰ δάκριά μου στεγνωμένα τα ᾿βρες.

Εσὺ μονάχα το γλυκὸ χαμόγελο
καμάρωσες στα χείλη μου απλωμένο
κ᾿ έχες μέσ᾿ στων ματιών μου το ξαστέρωμα
τον πόθο σου τρελλὰ καθρεφτισμένο.

Με γνώρισες να γέρνω στην αγάπη σου
σαν πεταλούδα στο άλικο λουλούδι
και να σκορπίζω όσο η καρδιά μου εδύνοταν
μεθυστικό το ερωτικὸ τραγούδι.

Γνώρισες της χαράς μου το άγριο ξέσπασμα
στον ανοιξιάτικον αγρὸ που ευώδα
λαχτάρας κύμα εγίνονταν η αγκάλη μου
τα νειάτα σου να σφίγγη και τα ρόδα.

Εσὺ ποτὲ κρυφὰ δεν ακολούθησες
το βήμα μου σαν φεύγω απὸ κοντά σου
κι όμως και με τη σκέψη σου μου δόθηκες
και με τη φλόγα ακόμα του έρωτά σου.

Μα ποιος το ξέρει αν, μία στιγμὴ βρισκόσουνα
κάπου που να με βλέπεις όταν γέρνω
και σκύβω μαζωχτὴ κάτω απὸ τ’ άγριο
χτύπημα, τις στριγγὲς φωνὲς που σέρνω

αν άκουες, και στου πόνου το ξεχείλισμα
το δόσιμο στο ξέψυχο μεθύσι,
τα δάκρια, ω, θα μ᾿ αρνιόσουν όλα αν τα ‘βλεπες.
Κι όμως μου λες πως μ᾿ έχεις αγαπήσει.

Εμένα τα τραγούδια μου ήταν μόνο για κείνον…

Τι θέλω πια να δέχωμαι την προστασία της Μούσας;
Να σφίγγω την καρδιά μου να δεχτή
τις νέες αγάπες, πίστες και χαρές της,
τάχα πως είναι μοίρα μου κ᾿ είνε και διαλεχτή!

Πάει ο καιρὸς που αχτιδωτὸ το ἀστέρι της ματιάς μου
έφεγγε και τῶν θείων και των γηίνων.
Ω των παθών δεν κράτησα εγὼ την ανόσια Λύρα,
εμένα τα τραγούδια μου ήταν μόνο για Κείνον.

Και τραγουδούσα τον καημὸ της άσπιλης ψυχής μου
μέσ᾿ στων δακρύων την ευχαριστία
κι όλη η χαρὰ του τραγουδιού μου ήταν, πως τη φωνή μου
θα την δεχόταν μία βραδιὰ μπρος στη φτωχή του εστία.

Κι ως διάβαζα στα μάτια του κάποτε τη χαρά του,
ποια δόξα πιο ακριβῆ να πω;
Στο χωρισμό μας του ‘φερναν σα χελιδόνια οι στίχοι
μήνυμα, πως απὸ μακριὰ διπλὰ τον αγαπώ.

Τώρα καμμιά, καμμιὰν ηχὼ δεν άφησε η φωνή μου
σπαραχτικὴ όταν γέμισε μιας νύχτας το σκοτάδι.
Όμως όλοι φοβήθηκαν και γω πιστεύω ακόμα
αληθινὰ πως τη βαριὰ χτύπησα πόρτα του Άδη.

Λοιπὸν γιατί να δέχωμαι το κάλεσμα της Μούσας;
Σαρκάζει η πίστη μέσα μου των θείων και των γηίνων.
Μια ανόσια Λύρα των παθών σε μένα δεν ταιριάζει.
Εμένα τα τραγούδια μου ήταν μόνο για Κείνον.

Μαρία Πολυδούρη (1902-1930). Η Μαρία Πολυδούρη γεννήθηκε στην Καλαμάτα, κόρη του γυμνασιάρχη Ευγένιου Πολυδούρη και της Κυριακής το γένος Μαρκάτου. Πέρασε τα παιδικά της χρόνια στο Γύθειο, τα Φιλιατρά και την Καλαμάτα, όπου τέλειωσε το γυμνάσιο και το 1916 δημοσίευσε το πεζοτράγουδο “Ο πόνος της μάνας” στο περιοδικό “Οικογενειακός Αστήρ”. Τον ίδιο χρόνο συγκέντρωσε ποιήματα στη συλλογή “Μαργαρίτες”, την οποία δεν εξέδωσε. Το 1918 διορίστηκε στη Νομαρχία Μεσσηνίας. Το 1920 πέθαναν και οι δυο γονείς της, πρώτα ο πατέρας της και σαράντα μέρες αργότερα η μητέρα της. Το 1922 μετατέθηκε στη Νομαρχία Αττικής. Είχε ήδη γραφτεί στη Νομική Σχολή. Τότε γνωρίστηκε με τον Κώστα Καρυωτάκη, τον οποίο ερωτεύτηκε παράφορα, και δημοσίευσε στίχους στα περιοδικά “Έσπερος” (Σύρου), “Ελληνική Επιθεώρησις”, “Πανδώρα”, “Παιδική Χαρά” και “Εύα”. Το 1924 γνώρισε τον Αριστοτέλη Γεωργίου. Τον ίδιο χρόνο εγκατέλειψε τις σπουδές της και γράφτηκε στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου και στη Σχολή Κουναλάκη. Το 1926 πήρε μέρος σε παράσταση του έργου του Νικοντέμι “Το Κουρέλι” και πήγε στο Παρίσι, όπου παρακολούθησε μαθήματα στη σχολή ραπτικής Pigier. Στο Παρίσι προσβλήθηκε από φυματίωση και νοσηλεύτηκε στο νοσοκομείο Charite. Επέστρεψε στην Αθήνα το 1928 και μπήκε στο σανατόριο Σωτηρία και αργότερα στην κλινική Χρηστομάνου, όπου πέθανε σε ηλικία εικοσιοχτώ χρόνων. Κατά τη διάρκεια της νοσηλείας της πρόλαβε να εκδώσει τις ποιητικές συλλογές “Τρίλλιες που σβύνουν” (1928) και “Ηχώ στο χάος” (1929).

Η Μαρία Πολυδούρη τοποθετείται στη γενιά των νεορομαντικών ή παρακμιακών ελλήνων ποιητών του Μεσοπολέμου, μαζί με ονόματα όπως του Τέλλου Άγρα, του Κώστα Καρυωτάκη, του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη, του Κώστα Ουράνη. Στο πρώιμο ποιητικό της έργο (πριν το ταξίδι της στο Παρίσι) διακρίνονται έντονες νεορομαντικές τάσεις, επιρροές από το ρεύμα του συμβολισμού και βιωματικό ύφος, ενώ μετά την αρρώστια της, την επιστροφή στην Αθήνα και την αυτοκτονία του Καρυωτάκη το μελοδραματικό στοιχείο υποχωρεί και ο λόγος της γίνεται πιο επιμελημένος. Η γραφή της είναι έντονα φορτισμένη συναισθηματικά με θεματικό προσανατολισμό γύρω από τον έρωτα και το θάνατο. Έγραψε επίσης μια νουβέλα με τίτλο “Μυθιστόρημα” και κάποιες ποιητικές μεταφράσεις που περιλαμβάνονται στον τόμο των Απάντων της του 1982 με επιμέλεια του Τάκη Μενδράκου. Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία της Μαρίας Πολυδούρη βλ. Άγρας Τέλλος, “Πολυδούρη Μαρία”, Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια 20. Αθήνα, Πυρσός, 1932, Ζήρας Αλεξ., «Πολυδούρη Μαρία», Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό 8. Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1988 και Μαυροειδή – Παπαδάκη Σοφία, «Πολυδούρη Μαρία», Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας 11. Αθήνα, Χάρη Πάτση, χ.χ. (Πηγή: Αρχείο Ελλήνων Λογοτεχνών, Ε.ΚΕ.ΒΙ.).

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΚΙ ΕΔΩ:


Πηγή: timesnews.gr