ΜΑΤΣΗ ΧΑΤΖΗΛΑΖΑΡΟΥ

Χαμόγελα

Λόγια για σύγχρονη μουσική, επονομαζόμενη «Swing»
Από το χαμόγελό σου πετάξανε
δέκα πουλιά, στους ώμους μου επάνω.

Το χαμόγελό σου το κρατάς
όπως ένα παιδί τη ναυτική του ψάθα.
Μια ανεμώνη τινάχτηκε
μέσα στην αγκαλιά μου
πίσω απ’ τα παραθυρόφυλλα γελάει μια αχτίδα.

Η θάλασσα αναμοχλεύει τ’ άσπρα της χαλίκια
όλες οι πεταλούδες φέρνουν τα χαμόγελά σου.
Δυο κόκκινες χάντρες κύλησαν
από μιας κοπέλας το λαιμό.

Οι λυγαριές αναστενάζουν μες στη ρεματιά
χορεύουμε, χορεύουμε, η μουσική μας είναι η σελήνη
όλες οι πεταλούδες φέρνουν τα χαμόγελά σου.

Όταν μεθάει το κρασί
το πίνω μες στα χείλια σου
ο ήλιος σηκώνεται προτού ξυπνήσει το φιλί.

Η παλάμη σου ανοίγει όταν σκάει το σύκο
όλες οι πεταλούδες φέρνουν τα χαμόγελά σου.

Από το χαμόγελό σου πετάξανε
δέκα πουλιά, στους ώμους μου επάνω.
Το χαμόγελό σου το κρατάς
όπως ένα παιδί τη ναυτική του ψάθα.

[Απλώνω την αγκαλιά μου και συνάζω…]

Απλώνω την αγκαλιά μου και συνάζω,
όλα τα μάτια, και τους καημούς, τα βράχια, τ’ ακρογιάλια,
τους αετούς, τη μουσική όλων των κλαριών, τον αφρό όλων των κυμάτων.
Απλώνω την αγκαλιά μου και συνάζω,
όλους τους ασφόδελους που φύτεψα στα βράχια, όλα μου
τα μεράκια, τα ντέρτια – το τσιφτετέλι και το ζεϊμπέκικο,
το κρεμεζί μου το μαντίλι και τις γαλάζιες μου τις χάντρες.
Απλώνω την αγκαλιά μου και συνάζω,
όλα μου τα κολύμπια στην Κινέτα, τον έρωτά μου με το φως
και τα βότσαλα, την αναπνοή μου όταν αγαπώ, τη χαρά μου όταν ζω.
Απλώνω την αγκαλιά μου και συνάζω,
όλες τις μέρες του χρόνου – δικές μου είναι, από τη μιαν
αυγή στην άλλη – με πλημμυρίζουνε ανοιξιάτικες ευωδίες,
ξεφάντωμα και κορεσμός του ήλιου.

(Ποιήματα 1944-1985, Ίκαρος, Αθήνα 1989)

ΜΑΤΣΗ ΧΑΤΖΗΛΑΖΑΡΟΥ (1914-1987). Η ποιήτρια Μάτση (Μαρία – Λουκία) Χατζηλαζάρου, του Κλέωνος και της Βιργινίας, γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1914. Κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου έφυγε με την οικογένειά της για τη Νότιο Γαλλία και στη συνέχεια για τη Ρώμη. Στην Ελλάδα επέστρεψε το 1919. Δύο χρόνια αργότερα η οικογένεια εγκαταστάθηκε στην Αθήνα και η Μάτση άρχισε μαθήματα κατ’ οίκον, τα οποία σταμάτησαν λίγο αργότερα λόγω της οικονομικής καταστροφής του πατέρα της. Το 1931 παντρεύτηκε τον Καρλ Σούρμαν, βαυαρικής καταγωγής. Ο γάμος της διαλύθηκε πέντε χρόνια αργότερα. Την περίοδο εκείνη εργάστηκε στο κατάστημα Λαϊκές Τέχνες του Καραπάνου. Το 1934 πέθαναν οι γονείς της. Παντρεύτηκε για δεύτερη φορά το 1937, με τον γεωπόνο και αρχιτέκτονα κήπων Σπύρο Τσαούση, από τον οποίο χώρισε ένα χρόνο αργότερα και από το 1939 ως το 1943 ήταν παντρεμένη με τον ποιητή Ανδρέα Εμπειρίκο. Συνδέθηκε επίσης με τον ποιητή Ανδρέα Καμπά, τον ανιψιό του Πάμπλο Πικάσο, Χαβιέρ Βιλατό (από το 1946 ως το 1954, περίοδο κατά την οποία έζησε στο Παρίσι όπου κατέφυγε μετά τον πόλεμο με το πλοίο “Ματαρόα”, με υποτροφία του Γαλλικού Ινστιτούτου), και τον Κορνήλιο Καστοριάδη (1957-1958). Το 1958 επέστρεψε στην Αθήνα και ως το 1964 εργάστηκε στον Ελληνικό Οργανισμό Τουρισμού. Στη συνέχεια επέστρεψε στο Παρίσι, όπου δούλεψε στο εκεί κατάστημα του οίκου Βαράγκη. Από το 1973 και ως το τέλος της ζωής της, το 1987, έζησε στην Αθήνα και εργάστηκε στην υπηρεσία δημοσίων σχέσεων της Εμπορικής Τράπεζας. Στη λογοτεχνία πρωτοεμφανίστηκε το 1944 με την ποιητική συλλογή “Μάης, Ιούνης και Νοέμβρης” με το ψευδώνυμο Μάτση Ανδρέου. Το σύνολο του γραπτού έργου της περιλαμβάνει τέσσερις ποιητικές συλλογές (που κυκλοφορούν σε συγκεντρωτική έκδοση με τίτλο “Ποιήματα” από τις εκδόσεις Ίκαρος), και δημοσιεύσεις σε λογοτεχνικά περιοδικά. Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία, βλ.: “Μάτση Χατζηλαζάρου, χρονολόγιο”, περιοδικό “Αντί” τ. 351, 17.7.1987, και Χρήστος Δανιήλ, “…Ιούς, Μανιούς, ίσως και Aqua Marina: Μάτση Χατζηλαζάρου, η πρώτη Ελληνίδα υπερρεαλίστρια”, εκδόσεις Τόπος, Αθήνα, 2011. (Πηγή: Αρχείο Ελλήνων Λογοτεχνών, ΕΚΕΒΙ)


Πηγή: timesnews.gr