ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΛΑΚΑΣ*

Νίκος Καζαντζάκης και Μιγκέλ ντε Θερβάντες

Η ΔΙΑΠΙΣΤΩΣΗ του Πέτρου Χάρη είναι παλιά: “Η ιστορία μας βεβαιώνει ότι η Ισπανία δεν έστειλε πνευματικούς αποίκους της στη σημερινή Ελλάδα… ο ιδιότυπος Ισπανός δεν πέρασε στη νέα ελληνική λογοτεχνία… δεν αιστάνθηκα την επίδρασή του, δεν ξεχώρισα τα ίχνη του… Η επίμονη αναζήτηση… φέρνει μπροστά μου… φωνές, συνήθειες, σκέψεις απ’ όλη την Ευρώπη. Από την Ισπανία τίποτα”. Είχε δημοσιευτεί τα Χριστούγεννα του 1938 στη Νέα Εστία: Σ’ ένα τεύχος αφιερωμένο “στην ισπανική τέχνη”.

Από τότε έχουν περάσει σχεδόν σαράντα χρόνια. Πολλά κείμενα της ισπανικής λογοτεχνίας έχουν μεταφραστεί στη γλώσσα μας. Η πεζογράφος Ιουλία Ιατρίδη ασχολήθηκε ιεραποστολικά με τη μετάφρασή τους. Ένας εκδοτικός οίκος, “Οι εκδόσεις των φίλων”, έχει ειδική σειρά την “ισπανική βιβλιοθήκη”. Αναφέρω ενδεικτικά. Χωρίς να εξαντλώ.  Εξάλλου ο Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα (1898-1936) είναι πολύ οικείος στον Έλληνα αναγνώστη, θεατή,  αλλά και ακροατή του μελοποιημένου στίχου του. Πέραν τούτου όμως η παρατήρηση του Πέτρου Χάρη επιβεβαιώνεται και σήμερα. Η ισπανική -όχι η ισπανόφωνη- λογοτεχνία δεν είχε ουσιαστικές απηχήσεις στο έργο του έλληνα δημιουργού· και, φυσικά, κάποια ονόματα, κάποια κάποτε γεωγραφική γραφικότητα που μπορεί να επισημανθεί σ’ έναν ελληνικό στίχο δε συνιστούν σοβαρή επίδραση.

Δεν πότισε, λοιπόν, διαβρωτικά η πλούσια πηγή τον Έλληνα λογοτέχνη. Και όμως, ο χώρος κι η ιστορία, ο άνθρωπος κι ο πολιτισμός μιας χώρας με τραγικό πρόσωπο και πλούσιο μύθο προκάλεσαν την περιέργειά του. Την περπάτησε, έδωσε πληροφορίες, κατέγραψε τις συναισθηματικές του αντιδράσεις. Εύστοχα παρατηρεί ο Πέτρος Χάρης: “Οι λογοτέχνες… είδαν την Ισπανία σαν ένα μεγάλο και γόνιμο θέμα… τι δεν μας έκαμαν να αιστανθούμε, τι πόθους δεν μας άναψαν…”.

Τώρα βέβαια ο ρόλος της ταξιδιωτικής πεζογραφίας έχει υποβαθμισθεί ή κι ακόμα εκμηδενιστεί. Ο άλλος τόπος δεν είναι πια τόσο μακρινός, όπως άλλοτε. Η επίσκεψη -έστω κι αν τις πιο πολλές φορές περιορίζεται σ’ έναν εμπορικό δρόμο ή σε κάποιο ποδοσφαιρικό γήπεδο- είναι πολύ εύκολη. Όσο για τη βιαστική ενημέρωση της προετοιμασίας την ικανοποιεί κάποια τηλεοπτική εικόνα ή το τουριστικό δίπτυχο. Παλαιότερα όμως η ταξιδιωτική λογοτεχνία (ή και παραλογοτεχνία κατά πολλούς) εκάλυπτε μια βαθιά ανάγκη για τη μετατόπιση και την έξοδο από τον ασφυκτικό κλοιό της καθημερινής ζωής. Άλλωστε ας μην ξεχνάμε. Η Ισπανία ήταν η χώρα επιλογής των ρομαντικών από τον περασμένο αιώνα. Και φυσικά αυτή η εγγύς γραφικότης εξακολουθούσε να συναρπάζει και πριν από τον τελευταίο πόλεμο. Δεν είναι, λοιπόν, παράδοξο πως οι έλληνες λογοτέχνες της αφιέρωσαν πλούσιες σελίδες στα ταξιδιωτικά κείμενά τους.

Ο Θερβάντες πολέμησε στη Ναυμαχία της Ναυπάκτου και πληγώθηκε τρεις φορές από σφαίρα, δύο στο στήθος και μία που του άφησε μόνιμη αναπηρία στο αριστερό του χέρι. Στο «Ταξίδι στον Παρνασσό» (1614) αναφέρει ότι στη Ναύπακτο αχρηστεύτηκε το αριστερό του χέρι «προς δόξαν του δεξιού» (υπαινισσόμενος την κατοπινή επιτυχία του πρώτου μέρους του Δον Κιχώτη). Ο Θερβάντες πάντα ένιωθε υπερήφανος για τη συμμετοχή του στη Ναυμαχία και πίστευε ότι είχε λάβει μέρος στην πιο ένδοξη μάχη που είδαν ή θα δουν οι αιώνες[6] (που όπως αποδείχθηκε ιστορικά δεν είχε άδικο), ενώ συμπλήρωνε σε κείμενό του γι’ αυτήν: «Την ημέρα εκείνη διαλύθηκε σε ολόκληρο τον κόσμο η μέχρι τότε υφιστάμενη πεποίθηση ότι οι Τούρκοι ήταν στη θάλασσα αήττητοι».

Ποια είναι τάχα τα σημεία κοινού ενδιαφέροντος; Τα μνημεία του αραβικού πολιτισμού και η ζωγραφική της. Οι ταυρομαχίες και οι χοροί της. Οι βίαιες πολιτικές συγκρούσεις της. Πάνω απ’ όλα όμως κυρίως δυο μορφές: ο Γκρέκο ο έλληνας κι ο Θερβάντες, ο μαχητής, που έλαβε μέρος στη ναυμαχία της Ναυπάκτου (1571), κι ο συγγραφέας. Όχι τόσο ο συγγραφέας ο αντιπροσωπευτικός του αιώνα του. Όσο ο ήρωάς του. Αυτός που κέρδισε την αθανασία και την παγκόσμια αναγνώριση, ο Δον Κιχώτης. Ποιος όμως Δον Κιχώτης; Το φερέφωνο του δημιουργού του, που καταδικάζει “τα ιπποτικά βιβλία με όλη αυτή την ψεύτικη και ολέθρια φιλολογία που έθρεψε όλη τη γενιά του” και παράλληλα εικονογραφεί την απογοήτευση από τη φθορά και την παρακμή των καιρών, όπως θέλει ο μελετητής του [Θερβάντες στη Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια Λαρούς] ή ο ήρωας των σχολιαστών, ερμηνευτών και πολλών ανά τους αιώνες αναγνώσεών του; Ο διασκεδαστικός φίλος των αλλεπάλληλων ανά τον κόσμο διασκευών για παιδιά ή η καθιερωμένη έκτοτε αρχέτυπη μορφή, στην οποία ο μεταγενέστερος λογοτέχνης επενδύει την προσωπική του μαρτυρία και καταθέτει την προβληματική της εποχής του;

Ο Δον Κιχώτης δεν άφησε ασυγκίνητο τον Έλληνα λογοτέχνη. Τον συνάντησε στις ταξιδιωτικές περιπλανήσεις του αλλά και τον ενέταξε στο δημιουργικό θεματολόγιό του, ακολουθώντας μια παράδοση όχι μόνο ελληνική. Οι μνείες δεν είναι λίγες. Περιορίζομαι σε τίτλους τριών βιβλίων: ο Δον Κιχώτης (εκδ. Καραβία, 1945, σ. 110), είναι η ποιητική συλλογή του Ομήρου Μπεκέ, Δον Κιχώτης (εκδ. Φέξη, 1962, σ. 239) και ο Δον Κιχώτης στον παράδεισο (εκδ. Δίφρος, 1975, σ. 279), είναι τα μυθιστορήματα του Στέλιου Ξεφλούδα. Και φυσικά, οι αναφορές δεν είναι μόνο στους τίτλους.

Ο Μπεκές, λοιπόν, ο Ξεφλούδας, αλλά και ο Κώστας Ουράνης (1890-1953), ο Κώστας Καρυωτάκης (1896-1928) και άλλοι και άλλοι βρίσκουν εκλεκτικές συγγένειες στον ιλαροτραγικό ήρωα. Πάνω απ’ όλους όμως ο Νίκος Καζαντζάκης (1883-1957). Και είναι φυσικό. Το μεγαλύτερο μέρος του έργου του αντιπαράθεση ή ταύτιση με τον επωνυμο ήρωα, που προσκομίζει η ιστορία ή ο μύθος, η ζωή ή το καθιερωμένο πια ανάγνωσμα και που έχει ήδη διανύσει μακρύ ταξίδι μες στο χρόνο. Αλλά κι όταν τα πρόσωπα από την καθημερινή ζωή ή τον περιβάλλοντα χώρο, πάλι ηρωποιούνται και ανακαλούν τον επώνυμο ή τον αρχετυπικό ήρωα.

Κάτω απ’ αυτές τις προϋποθέσεις δεν είναι τυχαίο ότι πολλές φορές κέντρισε το ενδιαφέρον του. Άλλωστε ο Καζαντζάκης, φανατικός ταξιδιώτης, επισκέπτεται όχι μόνο μια φορά την πατρίδα του Δον Κιχώτη και του δημιουργού του. Βέβαια τα δρομολόγιά του τα καθορίζει μια ευκαιρία· μια δημοσιογραφική αποστολή, μια πρόσκληση. Ο ίδιος όμως την προκαλεί και την επιδιώκει. Δε θέλει να λύσει έτσι το μόνιμο οικονομικό πρόβλημα που τον απασχολεί σχεδόν ώς το τέλος της ζωής του. Κάποιες εκλεκτικές συγγένειες τον ωθούν κατά κανόνα στις προκλητικές αλλά όχι πάντα χωρίς προβλήματα ταξιδιωτικές του περιπέτειες.

Τόπος επιλογής, λοιπόν, η Ισπανία. Δείκτης τα τρία ταξίδια του. Τα δυο προπολεμικά. Το ένα μάλιστα (10-11, 1936) μες στη φωτιά του εμφυλίου πολέμου. Αφορμή και στο ένα και στο άλλο το σημαίνον πολιτικό γεγονός. Ο Καζαντζάκης είναι ειδικός αποσταλμένος της εφημερίδας, δημοσιεύει τις εντυπώσεις του – όχι ειδήσεις- από την κατάσταση και τα συμβάντα. Δεν ξεχνά όμως την ιστορία και τον πολιτισμό. Το τρίτο (5-22.9.1950), ένα προσκύνημα το χαρακτηρίζει ο ίδιος: “Ξαναγυρίζω την Ισπανία, ξαναβλέπω και ξαναχαίρουμαι τα πάντα και τ’ αποχαιρετώ” [Τα επιστολικά παραθέματα του Καζαντζάκη από τα Τετρακόσια γράμματα του Καζαντζάκη στον Πρεβελάκη, 1965], γράφει από το Τολέδο στον Παντελή Πεβελάκη (15.9.1950). Επιπλέον όμως μια μονιμότερη εγκατάσταση, που κρατά πάνω από πέντε μήνες (3.10.1932 – 20.3.1933), ορίζει ακριβέστερα την έλξη και την οικείωση. Καρπός αυτής της γνώσης, των εμπειριών και της αγάπης, οι εντυπώσεις που αρχικά δημοσιεύτηκαν στις εφημερίδες (κάτω από τους γενικούς τίτλους: “Εις την άλλην χερσόνησον της δικτατορίας” και “Η Ισπανία της Κάρμεν και του Πρίμο ντε Ριβέρα”, Ελεύθερος Τύπος 15.12.1926 – 7.1.1927, “Ισπανία 1933” Καθημερινή 21.3.1933-4.6.1933, και “Τι είδα 40 μέρες στην Ισπανία”, πάλι στην Καθημερινή 24.11.1936 – 17.1.1937), για να πάρουν το δρόμο του βιβλίου, για πρώτη φορά το 1927 (Ταξιδεύοντας Ισπανία, Ιταλία, Αίγυπτος, Σινά, εκδ. Σεράπειον, Αλεξάνδρεια, σ. 240) και τελικά το 1937 (Ταξιδεύοντας Α΄ Ισπανία, εκδ. Πυρσός, σ. 236).

Όταν δημοσιεύονται τα ταξιδιωτικά του Καζαντζάκη, θεωρούνται από πολλούς ως το πιο αξιόλογο έργο του και αναγνωρίζεται και ο κατεξοχήν Έλληνας συγγραφέας ταξιδιωτικών εντυπώσεων. Ήταν άλλωστε κείμενα, που καθώς δημοσιεύονταν στην αρχική τους μορφή στον ημερήσιο τύπο είχαν μεγάλη απήχηση στο κοινό στο οποίο τα θεατρικά του (Νικηφόρος Φωκάς 1927, Χριστός 1928, Οδυσσέας 1928), που σύμφωνα με τη σημείωση του συγγραφέα δεν γράφτηκαν “καθόλου για το θέατρο”, ήσαν απροσπέλαστα.

Η άποψη αυθαίρετη και υπερβολική. Γι’ αυτό εύλογα παραμερίστηκε μετά τον πόλεμο και μάλιστα μετά την ύστερη μυθιστορηματική δημιουργία του Καζαντζάκη, τη μελέτη της Οδύσσειας, την ολοκλήρωση και σκηνική αξιοποίηση του θεατρικού του έργου.

Παρόλα αυτά η Ισπανία του είναι ένα ενδιαφέρον βιβλίο για τον αισθαντικό ταξιδιώτη. Αλλά και για τον μελετητή, που επισημαίνει τις δεσπόζουσες που συνέχουν όλο το έργο του Καζαντζάκη.

Έτσι δεν εκπλήσσεται που συναντά τον Γκρέκο όχι του αισθητικού ή του ιστορικού της Τέχνης, του ποιητή ή του πεζογράφου, που αθροίζει ταξιδιωτικά αξιοπερίεργα. Αλλά τον ήρωα-πρόγονο, που εικονογραφεί την εσωτερική περιπέτεια του νεώτερου και στον οποίο τελικά θα απευθύνει με τρυφερότητα την ύστατη αναφορά του. Δίπλα του ο Θερβάντες. Ο Καζαντζάκης τον αναθυμάται, καθώς προχωρεί “στο αψηλό ασκητικό οροπέδιο της Καστίλιας”.

Ενσωματώνει στο βιβλίο του ένα σύντομο αφηγηματικό βιογραφικό σημείωμα, όπου διανθισμένη με αρκετές πληροφορίες δίνει την εκδοχή του: “κίνησε να γίνει ήρωας… Δεν τα κατάφερε… κίνησε να γίνει μεγάλος ποιητής… Δεν τα κατάφερε. Αγάπησε ύστερα μια γυναίκα, κι αυτή τον πρόδωσε. Αρπάχτηκε από το εμπόριο, μπήκε στη φυλακή… Και τότε στην άκρα απελπισία γεννιέται μέσα στη φυλακή, στην πικραμένη καρδιά του Θερβάντες ο Δον Κιχώτης (σ. 36-37)” [Τα παραθέματα από την Ισπανία, Δίφρος, 1957). Δε θα παραλείψει να επισκεφθεί στην παλιά πρωτεύουσα της Ισπανίας, το Βαγιαντολί, “ένα μικρό φτωχικό σπιτάκι”, που είναι η καρδιά του Βαγιαντολί… γιατί μέσα σ’ αυτό κατοίκησε κι υπόφερε ένας μεγάλος δημιουργός: ο Θερβάντες”, (σ. 38). Ώς εκεί όμως. Δεν είναι ο Θερβάντες, όπως ο Γκόγια, ο Χριστόφορος Κολόμβος και κυρίως ο Γκρέκο, ο ήρωάς του· αλλά το πλάσμα και προσωπείο του, ο Δον Κιχώτης. Πεισματικός συνταξιδιώτης τον συνοδεύει σ’ όλη τη διαδρομή.

Έτσι στο εισαγωγικό κεφάλαιο “Μπαίνοντας στην Ισπανία” διαπιστώνει ότι “Η Ισπανία είναι ο Δον Κιχώτης ανάμεσα στα έθνη” (σ. 14) κι ότι “Κιχώτης και Σάντσος είναι ένα… αποτελούν τη μια ενιαία ψυχή της Ισπανίας… Κιχωτοσάντσος ή Σαντσοκιχώτης, ανάλογα με την εποχή” (σ. 17-18). Έχει από την πρώτη στιγμή βρει το μίτο. Διατρέχει τη χώρα με άσφαλτο οδηγό. Ταυτίζει τους τόπους και τα πρόσωπα. Ερμηνεύει τα φαινόμενα. Διεισδύει στα κίνητρα χωρίς καμιά αμφιβολία ή δισταγμό. Έχει απόλυτη εμπιστοσύνη στον εθνικό αρχέτυπο ήρωα που τον ξεναγεί. Ο Μανθανάρες είναι “ο Δον Κιχώτης των ποταμών” (σ. 67). Κι ο Κολόμπος ο “Δον Κιχώτης της θάλασσας” (σ. 33). Η Αγία Τερέζα της Άβιλα “έσμιξε μέσα της, σε άρτια ολοκλήρωση, τον Δον Κιχώτη και τον Σάντσο” (σ. 55). Και ο Μ. Ούγο ντε Ουναμούνο (1864-1936), που “ασκώνει τη γελοία πανοπλία – και την κωμική κάσκα – του κακόμοιρου ιππότη της Μάντσας”, σύμφωνα με το ποίημα του Αντώνη Ματσάδο (1875-1939), που παραθέτει ο Καζαντζάκης (σ. 159), “γιομάτος πάθος, δύναμη εκρηκτική και χιούμορ Σάντσου… είναι… η πιο παλλόμενη και πιστή προσωποποίηση του αιώνιου Δον Κιχώτη” (σ. 77-79).

Από την άλλη χώρα, από το ξένο μυθιστόρημα εύκολα ο Δον Κιχώτης “ο αιώνιος περιπλανώμενος ιππότης του ιδανικού” (σ. 37) περνά στο χώρο της δημιουργικής φαντασίας του Καζαντζάκη. Πρόσωπο αδελφό· πάθος οικείο. Δρόμος ανοικτός για την ταύτιση. Η πρώτη δημιουργική συναναστροφή ξενίζει, γιατί εκβάλλει σ’ ένα σενάριο.

Δεν είναι η πρώτη φορά που καταπιάνεται ο Καζαντζάκης μ’ αυτό το είδος. Ποιοι λόγοι τον ωθούν προς ένα χώρο που έχει ειδικές απαιτήσεις; Ονειρεύεται ότι έτσι θα λύσει το μόνιμο προπολεμικό οικονομικό του πρόβλημα, ή το θεωρεί μέσο πλατιάς, πέρα, από το φράγμα της γλώσσας, επικοινωνίας με το μεγάλο κοινό; Ασφαλώς αυτοί και άλλοι. Δεν είναι τυχαίο ότι στη Σοβιετική Ένωση εκδηλώνεται το μεγάλο ενδιαφέρον του για τα σενάρια που το δικιολογεί μάλιστα σε γράμμα του από το Κίεβο στον Π. Πρεβελάκη (25.5.1928). “Είναι θαυμαστή άσκηση για την Οδύσσεια“, γιατί “γράφοντας φιλμ είσαι υποχρεωμένος τα πάντα να τα μετατρέπεις… σε εικόνα”. Έπειτα “Πλήθος ψυχολογικά προβλήματα… όνειρα, υποσυνείδητο… μονάχα με τον κινηματ[ογράφο] μπορούν τέλεια να εκφραστούν”. Τέλος “Γιατί σε κυριεύει μια πικρότατη ηδονή… να δημιουργείς με τις σκιές πάθη, έρωτες, ορμές”.

Ο Καζαντζάκης και ο Πρεβελάκης στην Αργολίδα το έτος της γνωριμίας τους (1927). Ο Καζαντζάκης ήταν τότε 44 ετών (γεννημένος 18/2/1883) και ο Πρεβελάκης νεότατος, 18 ετών (γεννημένος 18/2/1909).

Έτσι έκανε δυο σενάρια. Το πρώτο, Το κόκκινο μαντήλι, που το “θέμα του ήταν από το Εικοσιένα” και που “θεωρήθηκε ως το καλύτερο scenario που ώς τώρα δόθηκε” πληροφορεί τον Πρεβελάκη (Γράμμα από το Μπέκοβο 11.6.28). Το δεύτερο, “σε έξι μέρη Saint Pakhôme et Cie… πολύ sobre, οραματικό, αντικληρικό’, που “έγινε δεχτό αμέσως” και απέδωσε “2.000 ρούβλια, ποσό που εδώ δεν είναι σπουδαίο, μα χρησιμεύει  για το ταξίδι”, σύμφωνα πάντα με τις δικές του πληροφορίες (Γράμμα στον Πρεβελάκη από τη Μόσχα 15.8.1928). Και σχεδιάζει κι άλλα. Κι ανάμεσά τους το Λένιν, για το οποίο δίδει λεπτομέρειες και στέλνει κι ένα απόσπασμα  στον Πρεβελάκη (Γράμμα 25.5.1928, 2.6.1928).

Προφανώς η προσπάθεια υπήρξε ατελέσφορη. Ο Καζαντζάκης όμως δεν απογοητεύτηκε. Στο Γκοτεσμπάγκ της Τσεχοσλοβακίας, όταν εγκαθίσταται για δεύτερη φορά (1.7.1931 – 31.5.1932) νέος πυρετός. “Συγγράφει τα σενάρια: “Βούδας”, που τον είχε απασχολήσει και στη Σοβιετική Ένωση, “Μουχαμέτης”, “Το Δεκαήμερο” (κατά το Βοκκάκιο), “Μια ηλιακή έκλειψη” [Πρεβελάκης Παντελής, Ν. Καζαντζάκης, Συμβολή στη χρονογραφία του βίου του, 1959, σ. 18]. Κι ανάμεσά τους, το Δον Κιχώτης. Κι όχι μόνο γράφει, αλλ’ αγωνίζεται απεγνωσμένα να βρει τρόπο να γυριστούν οι ταινίες, όπως δείχνει η αλληλογραφία με τον Π. Πρεβελάκη, που μένει εκείνο τον καιρό στο Παρίσι.

Ο Δον Κιχώτης θα είναι μια απλή κινηματογραφική μεταγραφή. Έτσι τον φαντάζεται. “Από τη γνωστή ιστορία θα προσπαθήσω να βγάλω… με νέο τρόπο τον κινηματογραφικό Δον Κ[ιχώτη], (Γράμμα στον Πρεβελάκη 13.1.19320. Τελικά όμως συναρπάζεται. Η πρώτη γραφή τελειώνει σε δυο μέρες και το σενάριο -πάντα κατά την ομολογία του, (Γράμμα 16.1.19320 – έχει την προσωπική του σφραγίδα: “ξεδιάλεξα τα πιο χαρακτηριστικά επεισόδια και μπόρεσα… να βγάλω την τραγική και κωμική ψυχή του Δον Κιχώτη”. “Το τέλος”, που το δίνει στο γράμμα, σημειώνει ο παραλήπτης και ο σχολιαστής του “θυμίζει την τελευτή του Οδυσσέα του Κ, όταν υποδέχεται” στην οδύσσειά του “πάνω στο παγόβουνο τους ίσκιους των αγαπημένων του” Τα “πρώτα tableau Δον Κιχώτη”, που εσωκλείονται, δείγμα γραφής της σεναριογραφίας του. Κι η νέα αυτή προσπάθεια, που θα την επαναλάβει λίγο μετά, όταν βρίσκεται στην Ισπανία (3.10.1932 – 23.3.1933), χωρίς επιτυχία. Αργότερα τα μυθιστορήματά τουυ (Ο Χριστός ξανασταυρώνεται, Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά) περνούν στον κινηματογράφο, αλλά άλλος κάνει τα σενάρια. Τα δικά του δεν βρήκαν το δρόμο για την οθόνη. Παραμένουν όμως – πολλά απ’ αυτά – στο αρχείο του και στο αρχείο του Πρεβελάκη. Ενδιαφέρον θέμα για τον ειδικό. “Η απασχόληση μπορεί να φανεί παράδοξη, αποτελεί συνέχεια της πρόσφατης εξάσκησης στο είδος, και ισοδυναμεί με μιαν καινούρια απόπειρα… να λυθεί το βιοτικό πρόβλημα” [Πρεβελάκης: Ο ποιητής και το ποίημα της Οδύσσειας, 1958, σ. 245], πληροφορεί ο μελετητής του. Οπωσδήποτε όμως τίτλοι και θέματα, που ξαναγυρίζουν στο έργο του, δείχνουν κάποιες βαθύτερες επιλογές.

Ο Δον Κιχώτης παρέμεινε κι αυτός τελικά σενάριο. Δεν έγινε έργο. Έγινε όμως κάντο-τερτσίνα, όπως άλλωστε ο “Λένιν”, ο “Βούδας”, ο “Μουχαμέτης”, που είχαν προκαλέσει τη σεναριογραφική του έμπνευση. Γράφτηκε το 1934 (21-23.5) στην Αίγινα κι έχει 160 στίχους. Δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στην Καθημερινή (24.1.1938). Έπειτα στην Ισπανία, για να καταλήξει έβδομο από τα εικοσιένα στη σειρά, που είχε ο ίδιος ο Καζαντζάκης καθορίσει στις Τερτσίνες.

Οι Τερτσίνες, δεν είναι απλά μια ποιητική συλλογή. Ένα έργο συνθετικό, με συνοχή. Μια “επίκληση ηρώων”, όπου “θα επιστρατευθούν οι θεοφόροι ήρωες του στοχασμού και της πράξης για να ενισχύσει την εσωτερική του ένταση”. Μια “αυτοθεραπευτική που έβαλε σε πράξη για να ξορκίσει την ανημποριά και τη μόνωσή του”, “την επομένη της τέταρτης γραφής” [Πρεβελάκης: Ο ποιητής και το ποίημα της Οδύσσειας, 1958, σ. 256-257] της Οδύσσειας. Βέβαια, “Τέσσερα στάθηκαν τ’ αποφασιστικά σκαλοπάτια στο ανηφόρισμά μου… Χριστός, Βούδας, Λένιν, Οδυσσέας”, εξομολογείται ο Καζαντζάκης στην Αναφορά στο Γκρέκο (εκδ. 1965, σ. 16). Οι Τερτσίνες όμως όχι μόνο γι’ αυτούς. Αλλά σε όσους ονομάζει “σωματοφύλακες της Οδύσσειας”. Κι ανάμεσά τους στο Δον Κιχώτη, σύμβολο “της άγριας λευτεριάς και του θανάτου” (στίχ. 70), που “μόνο το άφταστο αγαπάει κυνήγι” (στίχ. 63) και που δεν είναι τυχαίο ότι το αφιερώνει στον Παναϊτ Ιστράτι (1884-1935), το συνταξιδιώτη της σοβιετικής εμπειρίας.

Στο τέλος της Τερτσίνας ο Δον Κιχώτης γίνεται ο “Καπετάν Ένας” (σελ. 50), που μες στου ονείρου σφαράζοντας το δίχτυ… – μπαίνει στο βασίλειο της καλής του- …κι αγάλια, ξεπνεμένος, της ψυχής του – το ανέλπιδο ανηφόρι ανηφορίζει” (σ.154-160). Από κει η μετακίνηση στο τελικό έργο, την Οδύσσεια, “μια πορεία προς την απόλυτη ελευθερία” [Πρεβελάκης: Ο ποιητής και το ποίημα της Οδύσσειας, 1958, σ. 123], επόμενη. Ο Οδυσσέας, καθώς “πορεύεται πάντα κατά το νότο, συναντάει στη μακρινή του οδοιπορία όλους τους μεγάλους αρχηγούς που έφεραν στους ανθρώπους μια καινούρια θρησκεία, μια χίμαιρα, μια νέα κοσμοθεωρία, – τα αρχέτυπα του Άμλετ, του Δον Κιχώτη”, (από επιστολική περίληψη της Οδύσσειας από τον ίδιο τον Καζαντζάκη), που έχει πάλι το ίδιο όνομα “Καπετάν Ένας”. Θα τον συναντήσει την αρχή της Υ΄ ραψωδίας (στιχ. 1-314), όπου “οι πρώτοι 137 στίχοι… μας ζωγραφίζουν ανάγλυφα τον ήρωα του Θερβάντες” [Χουρμούζιος Αιμ., Ν. Καζαντζάκης, σ. 256, “Οι εκδόσεις των φίλων”, 1977, σ. 118].”Λιγνός μαντράχαλος κρεμανταλάς και πίτα η κεφαλή του” (Υ 35). Του Θερβάντες όμως  ή του Καζαντζάκη που “βλέπει τον Δον Κιχώτη σαν τον κυριώτερο συμβολικό εκπρόσωπο των ανθρώπινων εξορμήσεων” [Βρεττάκος Νικηφόρος, Ν. Καζαντζάκης, σ. 765, εκδ. Σύψας, 1960, σ. 458]; που “ορκίζεται πόλεμο μη σκολάσει -πριν λάμψει η λευτεριά, κι η φτωχουριά να δει στον ήλιο μοίρα” (στιχ. Υ 101) και δεν απογοητεύεται. [“Ελευτεριά για σένα χάνουμαι, μα θα’ρθουν πίσω μου άλλοι” (στιχ. Υ 170)];

Ο Οδυσσέας-Καζαντζάκης θαυμάζει τον Καπτάν Ένα-Δον Κιχώτη: “Γεια σου αδερφέ, που αρνιέσαι ότι θωράς” και “Σκλάβος πιασμένος χεροπόδαρα… ξεκινάς με τα μακριά φτερά της φαντασίας.. – κι όπου γρικάς σκλαβιά χωρίς σπαθί, γέρο μου ξεσπαθώνεις” στιχ. Υ 202-204). Και βεβαιώνει: “Μια παραμάνα μας εβύζαξε, μας έθρεψε ένα γάλα – μα χώρισαν στο δρόμο οι στράτες μας και δεν ξανασταυρώσαν” (στιχ. 261-262). Γι’ αυτό και τελικά στο κάλεσμα του Οδυσσέα που ετοιμάζεται για την εξαϋλωση θα παραβρεθεί κι ο ετοιμοθάνατος Καπετάν Ένας.

ΜΑΝΟΣ ΚΑΤΡΑΚΗΣ – Δον Κιχώτης (1973). Εθνικό Θέατρο: Κεντρική Σκηνή – 18/11/1972 – 07/01/1973

Αγαπήθηκε αλλά και λεηλατήθηκε ο Δον Κιχώτης από τους επιγόνους. Μάρτυρας οι παιδικές διασκευές σ’ όλο τον κόσμο, αλλά και στην Ελλάδα. Οι σκηνικές μεταφορές -το Εθνικό Θέατρο έπαιξε το 1972 του Υβ Ζαμιάκ – ανάμεσα στις οποίες δυο ελληνικές. Του Ιδομενέως Στρατηγόπουλου “ιλαροτραγωδία εις πράξεις πέντε μετά 16 ασμάτων μελοποιηθέντων υπό του αρχιμουσικού της φρουράς Ιωσήφ Κισάρη”, που ανέβασε ο θίασος Πρόοδος στις 27 Ιουλίου 1895. Και του Θ. Συνοδινού “σάτυρα εις 4 πράξεις”, που παρουσίασε το Εθνικό στις 14 Ιανουαρίου 1936 [Σιδέρης Γιάννης, “Δύο ελληνικές διασκευές του Δον Κιχώτη” στο Δελτίο Παραστάσεων, (πρόγραμμα) 3/11/1972 του Εθνικού Θεάτρου]. Κι έπειτα οι χορογραφικές, οι κινηματογραφικές διασκευές· η διαφημιστική λεηλασία. Στα ελληνικά για πρώτη φορά το 1864 “τυπώνεται εν Τεργέστη… Δον Κιχώτης ο Μαρκήσιος, μεταφρασθείς εκ του γαλλικού και εκδοθείς υπό Ι. Ισιδώρου Σκυλίτση”. Η παλιά αυτή μετάφραση που ξανατυπώθηκε εξακολουθεί να έχει θαυμαστές. Τα δυο αντίτυπα της Γενναδείου έχουν κλαπεί και της Εθνικής Βιβλιοθήκης έχουν εξαφανισττεί.

Καζαντζάκης και Θερβάντες ήταν το θέμα μας. Στη διαδρομή φυσιολογικά κι ανεπαίσθητα άλλαξε. Αντί του δημιουργού, ο ήρωάς του. Καθόλου παράξενο. Ο Θερβάντες με τη ζωή του και το πλούσιο και ποικίλο έργο του, ποιητικό, πεζογραφικό, θεατρικό, αντιπροσωπευτικός δημιουργός του καιρού και του τόπου του. Ο Δον Κιχώτης όμως ξέφυγε από τις προθέσεις του συγγραφέα και τη γραμματολογική οριοθέτηση. Ανήκει στον οικουμενικό μύθο. Ένας αιώνιος ταξιδιώτης. Ο Καζαντζάκης, όπως και τόσοι άλλοι, του φόρτωσσαν τη δική τους περιπέτεια.

  • Πρώτη δημοσίευση: ΔΙΑΒΑΖΩ. Δεκαπενθήμερη επιθεώρηση του Βιβλίου Τεύχος 170, 14/10/1987

* Ο Δημήτρης Πλάκας γεννήθηκε στην Αθήνα το 1928. Σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στο Παρίσι (1968-1971). Υπηρέτησε  στη δευτεροβάθμια Εκπαίδευση τα τελευταία χρόνια ως σχολικός σύμβουλος Πειραιά. Πέθανε  στις 6 Ιουνίου 1992 και κηδεύτηκε στη Σύρο. Δημοσίευσε μελέτες και  βιβλιοκρισίες σε εφημερίδες και περιοδικά


Πηγή: timesnews.gr