• Το κείμενο που ακολουθεί είναι ένα απόσπασμα από το εισαγωγικό δοκίμιο του Χρήστου Κεφαλή στο βιβλίο Φρίντριχ Ένγκελς. Διαλεκτά Κείμενα, εκδόσεις Τόπος, Αθήνα 2020, σελ. 16-25.

Ο νεαρός Ένγκελς είχε μάθει αρχαία ελληνικά στο λύκειο, όπου παρουσίασε σε σχολική γιορτή την ιστορία του Ετεοκλή και του Πολυνείκη. Έγραφε ποιήματα για τον Γουλιέλμο Τέλο και τον Δον Κιχώτη, τον Φάουστ και τον Αχιλλέα, τους αγαπημένους λογοτεχνικούς ήρωες που εμφανίζονται στα όνειρά μας «για να απομακρύνουν τη θλίψη». Δημοσίευε χρονικά της γενέτειράς του γεμάτα σκωπτικές κρίσεις για τους επαρχιώτες φιλισταίους του τοπικού κατεστημένου. Και σε επιστολές σε θεοσεβείς συμμαθητές του, όπως ο Φρίντριχ Γκρέμπερ, επιδιδόταν σε πολεμικές στην ανορθολογική, τυφλή θρησκευτική πίστη.

Τα πρώτα αυτά γραπτά του αποκαλύπτουν τον Ένγκελς σαν έναν ευαίσθητο, πολύπλευρο νέο σε αναζήτηση της ταυτότητας και της θέσης του στον κόσμο. Σε εκείνη τη φάση η θεώρησή του ήταν ακόμη εύπλαστη, αφομοιώνοντας μια ποικιλία επιρροών από τον Χέγκελ, αλλά και από τους Στράους και Φόιερμπαχ, των οποίων οι κριτικές του χριστιανισμού τον είχαν συναρπάσει. Ακόμη και στη διάρκεια αυτής της αναζήτησης προβάλλουν όμως ισχυρά τα γνωρίσματα που θα τον έκαναν σύντομα έναν επαναστάτη μαχητή: το ανήσυχο πνεύμα του, η αγάπη για την ελευθερία, η πηγαία εναντίωση σε κάθε σκοταδισμό, καταπίεση και αδικία.

Στο «Οπισθοδρομικά σημεία των καιρών», ένα άρθρο δημοσιευμένο στον Τηλέγραφο για τη Γερμανία το Φλεβάρη του 1840, αναδύεται ίσως πληρέστερα ο ριζοσπαστικός πυρήνας της προσωπικότητάς του. Ο Ένγκελς, στα 19 του ακόμη, μέμφεται εκεί τους μοιρολάτρες οπαδούς της αντίληψης «Δεν υπάρχει τίποτα νέο κάτω από τον ήλιο» και της πορείας του κόσμου σε μια ευθεία, μονότονη και αδιατάρακτη γραμμή. Απέναντί τους παίρνει θέση για μια σπειροειδή διαλεκτική εξέλιξη, που επιβάλλεται ορμητικά κάμπτοντας την αντίσταση του παρωχημένου:

«Δεν υπάρχει τίποτα νέο κάτω από τον ήλιο! Αντίθετα, υπάρχει αρκετό που είναι νέο, αλλά καταστέλλεται αν δεν ανήκει σε εκείνες τις φουσκωμένες ψευδο-αλήθειες… Αλλά αν μια νέα αυθεντική αλήθεια υψώνεται στον ορίζοντα όπως ο κόκκινος πρωινός ουρανός, τα παιδιά της νύχτας γνωρίζουν πολύ καλά ότι απειλεί την πτώση της βασιλείας τους και παίρνουν τα όπλα εναντίον της… Οι προσπάθειες απεικόνισης της πορείας της ιστορίας με τη μορφή μιας γραμμής είναι οικείες… Εγώ όμως προτιμώ μια ελεύθερη τραβηγμένη με το χέρι σπείρα, οι στροφές της οποίας δεν εκτελούνται με υπερβολική ακρίβεια. Η ιστορία ξεκινά την πορεία της αργά από ένα αόρατο σημείο, κάνοντας μαλακά τις στροφές της γύρω του, αλλά οι κύκλοι της γίνονται ολοένα και μεγαλύτεροι, η πτήση γίνεται πιο γρήγορη και πιο ζωντανή, μέχρι που επιτέλους η ιστορία εξακοντίζεται σαν φλεγόμενος κομήτης από αστέρι σε αστέρι, συχνά παρακάμπτοντας τις παλιές της διαδρομές, συχνά διατέμνοντάς τις, και με κάθε στροφή προσεγγίζει πιο κοντά στο άπειρο… Είναι ακριβώς σε ένα τέτοιο σημείο της ιστορίας που στεκόμαστε τώρα»1.

Πίσω από τον ενθουσιασμό της νιότης διακρίνει κανείς μια ασυνήθιστη οξυδέρκεια και ωριμότητα σε αυτές τις γραμμές, που απηχούν το πνεύμα της φιλοσοφίας του Χέγκελ στην πιο ριζοσπαστική εκδοχή της, πηγαίνοντας πέρα από τον ίδιο τον δάσκαλο. Θυμίζουν από πολλές απόψεις τις σκέψεις και τις πεποιθήσεις του νεαρού Μαρξ στην ίδια ηλικία. Ο τελευταίος, σε γράμμα του στον πατέρα του στα 1837, εξέφραζε τη δυσαρέσκειά του με την γκροτέσκα, απόκρημνη μελωδία της φιλοσοφίας του Χέγκελ, δηλώνοντας την πρόθεσή του να αναζητά «την ιδέα στην ίδια την πραγματικότητα»2. Και όπως ο Ένγκελς, στα γράμματά του στον Γκρέμπερ αποζητούσε τη «συγχώνευση στην ψυχή του κόσμου»3, έτσι και ο Μαρξ έγραφε ποιήματα, όπου απέναντι στην τάση φυγής στα επέκεινα που διέκρινε στον Καντ και τον Φίχτε, διατράνωνε τη δική του προσήλωση στα εγκόσμια: «Επιδιώκω να συλλάβω βαθύ και αληθινό/ αυτό που συναντώ στο δρόμο»4.

Αλλά αν στο σημείο εκκίνησης των Μαρξ και Ένγκελς βρίσκουμε, πλάι σε διαφορές, μια κοινή βάση, υπάρχει ταυτόχρονα μια μεγάλη απόσταση, απόσταση που έπρεπε να διανυθεί και ο καθένας διένυσε με το δικό του τρόπο, ανάμεσα στον ακαθόριστο νεανικό τους ριζοσπαστισμό και τη στράτευσή τους στην υπόθεση του κομμουνισμού λίγα χρόνια αργότερα. Το να ακολουθήσουμε αυτή τη διαδρομή στην περίπτωση του Ένγκελς παρουσιάζει σημαντικό ενδιαφέρον για να κατανοήσουμε το ιδιαίτερο στίγμα του ως στοχαστή. Πολύ περισσότερο όταν, σε αντίθεση με τον Μαρξ, η πορεία του Ένγκελς δεν έχει μελετηθεί αρκετά, ενώ ευδοκιμούν πλατιά οι συγχύσεις με τους άλλους Νέους Χεγκελιανούς, που συχνά παρουσιάζονται στην αστική φιλολογία να είχαν ταυτόσημες απόψεις με τους κλασικούς, τουλάχιστον ως την περίοδο του περάσματός τους στον κομμουνισμό.

Το κύριο ζήτημα εδώ αφορά την υλιστική αντιστροφή της διαλεκτικής, για την οποία δεν στάθηκε ικανός ο Φόιερμπαχ, πόσο μάλλον οι άλλοι Νέοι Χεγκελιανοί. Η πορεία του Μαρξ προς αυτή παρουσιάζεται συνήθως ότι πέρασε μέσα από την κριτική στη χεγκελιανή φιλοσοφία του δικαίου και την ευρύτερη κριτική του Χέγκελ στα Οικονομικά και Φιλοσοφικά Χειρόγραφα του 1844. Μέσω αυτής της διαδικασίας, με το ερέθισμα και του Φόιερμπαχ, ο Μαρξ μπόρεσε να συλλάβει τη ρίζα του δικαίου και της πολιτικής στις υλικές συνθήκες ζωής και να εξάγει τον καθοριστικό ρόλο των τελευταίων στη διαμόρφωση του ιδεολογικού εποικοδομήματος. Αυτό εδραιώθηκε με τα κοινά έργα των κλασικών, την Αγία Οικογένεια και τη Γερμανική Ιδεολογία, όχι μόνο για τον Μαρξ αλλά και για τον Ένγκελς.

Η εικόνα δεν είναι λαθεμένη· υποστηρίζεται, άλλωστε, από τη μαρτυρία του ίδιου του Μαρξ στη διάσημη εισαγωγή του στη Συμβολή στη Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας5. Υπάρχει όμως μια κομβική ενδιάμεση στιγμή ανάμεσα στον αρχικό χεγκελιανό ιδεαλισμό του Μαρξ και τη μετέπειτα υλιστική υπέρβασή του στο πεδίο της ανθρώπινης ιστορίας, η παράλειψη της οποίας οδηγεί σε μονομέρεια: η ενασχόλησή του με την υλιστική φιλοσοφία του Επίκουρου. Στα 1839-41, κατά τη συγγραφή της διδακτορικής του διατριβής, με θέμα τη διαφορά της δημοκρίτειας και επικούρειας φιλοσοφίας της φύσης, ο Μαρξ είχε τη δυνατότητα να αντιληφθεί ότι, σε αντίθεση με το μηχανιστικά προσανατολισμένο και πιο περιορισμένο υλισμό του Δημόκριτου, ο Επίκουρος είχε δώσει μια διαλεκτική εκδοχή του υλισμού, κυρίως με την αντίληψή του για την αυθόρμητη παρέκκλιση των ατόμων από την ευθύγραμμη κίνηση. Ο Μαρξ υποστήριξε αποφασιστικά αυτή την επικούρεια ιδέα, απέναντι σε αρχαίους κριτικούς όπως ο Κικέρων, που επιχειρούσε μέσα από την απόρριψή της να δώσει μια κοσμοθεωρητική εγγύηση στη δουλοκτητική κοινωνία, όσο και ο Πλούταρχος, που προσπαθούσε με τον ίδιο τρόπο να στηρίξει το φόβο και τη δουλική υποταγή στις υφιστάμενες εξουσίες, εμφανίζοντάς τις ως αιώνιες. Ακόμη περισσότερο, ο Μαρξ είδε στην παρέκκλιση ένα όπλο ενάντια στο σκοταδισμό και την αντίδραση των ημερών του, αναγνωρίζοντας ότι ο Επίκουρος είχε παρουσιάσει μια συνεπή υλιστική θεώρηση τόσο για τη φύση όσο και για την κοινωνία. Βέβαια, στην τελική του κρίση απέρριψε την υλιστική κατεύθυνσή του, θεωρώντας ότι ο διαλεκτικός ιδεαλισμός του Χέγκελ οδηγούσε από άλλο, καλύτερο δρόμο στο ίδιο αποτέλεσμα. Ακόμη κι έτσι, έστω και χωρίς να έχει επιτύχει μια σαφήνεια πάνω στο ότι ο φιλοσοφικός ιδεαλισμός οδηγούσε αναγκαία σε μια δικαίωση της κατεστημένης τάξης όπως η θρησκεία, ο Μαρξ ήταν ήδη ανοικτός στη δυνατότητα μιας υλιστικής διατύπωσης της διαλεκτικής. Η ίδια η επίμονη πάλη του ενάντια στην πρωσική απολυταρχία τον ωθούσε να αντλεί επιχειρήματα από τον επικούρειο υλισμό και το διαφωτισμό.

Στα πρώτα του βήματα ο Ένγκελς πέρασε και αυτός από μια αντίστοιχη στιγμή αναμέτρησης με τη δυνατότητα μιας υλιστικής διατύπωσης της διαλεκτικής: την πολεμική του ενάντια στον Σέλινγκ.

Η πρωσική κυβέρνηση είχε φτάσει να θεωρεί την παρατεινόμενη επιρροή της χεγκελιανής φιλοσοφίας, με την έμφασή της στο λογικό και την πρόοδο, επικίνδυνη για την απολυταρχία, ένα ιδεολογικό στήριγμα του αναπτυσσόμενου αστικού αντιπολιτευτικού κινήματος που φορείς του ήταν οι Νέοι Χεγκελιανοί. Ο Σέλινγκ, ένας από τους βασικούς εκπροσώπους του γερμανικού ιδεαλισμού και φίλος του Χέγκελ στις αρχές του 19ου αιώνα, που στο μεταξύ είχε παρακμάσει, κλήθηκε το 1841 από τον Πρώσο αυτοκράτορα Φρειδερίκο Γουλιέλμο τον 4ο στο Βερολίνο. Διορίστηκε μυστικοσύμβουλος του θρόνου και μέλος της Ακαδημίας για να καταπολεμήσει την επιρροή της χεγκελιανής σχολής, αποκαθιστώντας την παραδοσιακή θρησκευτική ευλάβεια και τη συμμόρφωση προς τις αρχές. Αυτό ήταν το ουσιώδες περιεχόμενο της θεολογικής-μυστικιστικής «φιλοσοφίας της αποκάλυψης» που ανέπτυξε στις διαλέξεις του στο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου.

Ο Ένγκελς παρακολούθησε τις διαλέξεις –το ευρύ ακροατήριο περιλάμβανε ακόμη τους Μπακούνιν, Κίρκεγκορ, Χούμπολτ, κ.ά.– κρατώντας αναλυτικές σημειώσεις. Το αποτέλεσμα ήταν τρία άρθρα πολεμικής ενάντια στον Σέλινγκ –«Ο Σέλινγκ για τον Χέγκελ», «Ο Σέλινγκ και η Αποκάλυψη» και «Σέλινγκ, φιλόσοφος εν Χριστώ»– τα οποία είναι και τα πρώτα σημαντικά θεωρητικά κείμενα του Ένγκελς. Στο δεύτερο, το πιο εκτενές και περιεκτικό, γραμμένο στα τέλη 1841 – αρχές 1842, ο Ένγκελς παρουσιάζει αναλυτικά τη «φιλοσοφία της αποκάλυψης» του Σέλινγκ και προβαίνει σε μια εξοντωτική κριτική της, υπερασπίζοντας ταυτόχρονα τον Χέγκελ. Σε αυτή την πολεμική στο θεολογικό ιδεαλισμό ερμηνεύει τον Χέγκελ με αθεϊστικό τρόπο, δείχνει μια αξιοπρόσεκτη κατανόηση της διαλεκτικής και προσεγγίζει, μέσω και του Φόιερμπαχ, σε μια υλιστική φιλοσοφική θέση6.

Το «σύστημα» του Σέλινγκ, στην ουσία του ένα μείγμα υποκειμενισμού και μυστικισμού προορισμένο να εξάγει μια φιλοσοφική επικύρωση της χριστιανικής αποκάλυψης, χωριζόταν σε δυο μέρη, μια «αρνητική φιλοσοφία» και μια «θετική φιλοσοφία». Στην αρνητική φιλοσοφία του, υποτιθέμενα μια «βελτίωση» της χεγκελιανής, ο Σέλινγκ ξεκινούσε από τρεις δυνάμεις, αυτό που κλίνει προς την ύπαρξη, αυτό που κλίνει προς τη μη ύπαρξη και αυτό που αιωρείται ελεύθερα μεταξύ ύπαρξης και μη ύπαρξης. Αυτές οι τρεις όψεις της δύναμης νοούνταν ουσιαστικά ως όψεις της θεϊκής υπόστασης που έρχονται σε μια ένταση μεταξύ τους με το ενδιάμεσο της υλικής φύσης (των «παράγωγων δυνάμεων») που παρεμβάλλεται ανάμεσά τους με την πράξη της δημιουργίας. Ωστόσο, στην αρνητική φιλοσοφία οι παραπάνω προτάσεις δεν συνάγονταν ανοικτά· απλά προετοιμαζόταν το έδαφος για τη συναγωγή τους, μέσα από την άρνηση της ικανότητας του λογικού για πραγματική γνώση και τον περιορισμό του στην ανάλυση μόνο της δυνατότητας των πραγμάτων. Μια άρνηση που με τη σειρά της θεμελιωνόταν στην οικεία ιδεαλιστική συνταύτιση της δύναμης με την ιδέα και την αναγωγή της ύλης στο καθαρά παθητικό – κατά τον Σέλινγκ «έννοια και δύναμη είναι ταυτόσημες»7.

Έχοντας προετοιμάσει έτσι το έδαφος για το μυστικισμό και την πίστη, στη θετική του φιλοσοφία ο Σέλινγκ προχωρούσε από τη θεολογική έννοια του «ασύλληπτου είναι» ως το «τυφλό πρωταρχικό ον», για να εξάγει παραπέρα την αυθυπαρξία και την τριαδικότητα του Θεού. Ο Θεός, ως «αίτιο των αιτίων», χωρίζεται σε τρεις από τις αριστοτελικές αιτίες (causa materialis, causa efficiens, causa finalis) και αυτές με τη σειρά τους ανάγονται στις τρεις υποστάσεις του χριστιανικού Θεού. Αυτές οι τρεις υποστάσεις, σύμφωνα με τον Σέλινγκ, ήρθαν σε ένταση μεταξύ τους μετά την πτώση του ανθρώπου, ενεργώντας με ένα καθορισμένο τρόπο για τη σωτηρία του. Σε αυτό το πλαίσιο εξήγαγε παραπέρα όχι μόνο την αυθεντικότητα όλων των αφηγήσεων και των θαυμάτων της Βίβλου, αλλά ακόμη και του διαβόλου και των αγγέλων.

Η φιλοσοφία του Σέλινγκ τελικά δεν ήταν κάτι άλλο από μια ταυτολογική συνταύτιση του «θετικού» με την επίσημη θρησκεία και την κατεστημένη τάξη, ώστε να δοθεί στην τελευταία μια υπερφυσική επικύρωση. Αν θα θέλαμε να βρούμε ένα αντίστοιχο των «τριών δυνάμεών» του στις πρωσικές συνθήκες της εποχής, θα έπρεπε να πούμε πως αυτό που έκλινε τότε στην ύπαρξη ήταν η νέα αστική τάξη πραγμάτων, αυτό που έκλινε στη μη ύπαρξη ήταν η πρωσική απολυταρχία και αυτό που αιωρούνταν ανάμεσα στα δύο ήταν η γερμανική φιλελεύθερη αστική τάξη, με τη συνεχή αμφιταλάντευσή της ανάμεσα στην επανάσταση και το συμβιβασμό με το παλιό. Ο Σέλινγκ, υποστατικοποιώντας αυτές τις τρεις στιγμές σε «κοσμικές δυνάμεις» έδινε ένα κακέκτυπο της χεγκελιανής διαλεκτικής, από το οποίο απουσίαζε η ουσιώδης μεταβλητότητα της ύπαρξης. Οι τρεις δυνάμεις συγκρούονταν και απωθούνταν μεταξύ τους, εκδιώκοντας η καθεμιά την άλλη από το πεδίο της, με αποτέλεσμα η κάθε δύναμη και το όλο να παραμένουν τελικά αμετάβλητα. Αυτή η στατικότητα επενδυμένη με μια ψευδο-διαλεκτική ορολογία, αναγορευόταν στη συνέχεια σε πεμπτουσία του είναι, στο ουσιώδες περιεχόμενου του Θεού.

Στο δοκίμιό του ο Ένγκελς κριτικάρει συντριπτικά τις αυθαιρεσίες των μεταφυσικών κατασκευών του Σέλινγκ. Δείχνει με πειστικό τρόπο ότι αυτό που πρόσφερε ο Σέλινγκ ήταν στην ουσία του μια ψευδο-διαλεκτική, μια καρικατούρα της διαλεκτικής του Χέγκελ από την οποία είχε αφαιρεθεί όλη η πραγματική κίνηση και η εξέλιξη: «Ότι οι τρεις δυνάμεις [του Σέλινγκ], όταν αναχθούν στο γυμνό ιδεατό περιεχόμενό τους, δεν είναι παρά τα τρία στοιχεία της χεγκελιανής πορείας εξέλιξης μέσω της άρνησης, μόνο αποσπασμένα, παγιωμένα στο χωρισμό τους… μπορεί να το δει κανείς με την πρώτη ματιά… Ο Σέλινγκ φαίνεται να έχει αισθανθεί στον Χέγκελ το βάθος της μεσολάβησης που έχει περάσει από την άρνηση και την αντίθεση, αλλά είναι πέρα από αυτόν να επιτύχει κάτι τέτοιο. Με αυτόν υπάρχουν δύο πράγματα, αδιάφορα μεταξύ τους, ένα από τα οποία ωθεί το άλλο στην άκρη, οπότε το δεύτερο επανακτά τη θέση του και οδηγεί το πρώτο πίσω στην αρχική του θέση. Τίποτα άλλο από την αρχική κατάσταση δεν μπορεί να προκύψει»8.

Ο Ένγκελς, υπερασπίζοντας τη χεγκελιανή σύνδεση του λόγου με το πραγματικό, υποδεικνύει την αυθαιρεσία του σελινγκιανού περιορισμού του λογικού στη γνώση των δυνατοτήτων. Μια τέτοια αντίληψη μπορεί να στηρίξει κάθε άδεια και μεταφυσική υπόθεση αφού στο πεδίο της δυνατότητας κάθε πρόταση παραμένει αδιάψευστη. Είναι μια τυφλή αντίληψη, την οποία ο Ένγκελς συγκρίνει με ένα μάτι που έχει τυφλωθεί προσωρινά από ασθένεια: «Μόνο το άρρωστο μάτι, το θεραπεύσιμα τυφλό, είναι δύναμη της όρασης χωρίς να είναι πράξη· μόνο ο μη ανεπτυγμένος ή στιγμιαία συγχυσμένος λόγος είναι απλή δύναμη της γνώσης». Αυτή η παθητική, αρρωστημένη παραίτηση από τη γνώση, δείχνει παραπέρα, ήταν το εφαλτήριο του Σέλινγκ για τη σχολαστική αποκατάσταση της πίστης και της αποκάλυψης, τη μετατροπή της επιστήμης «σε υπηρέτη της πίστης», οδηγώντας σε μια ανασύσταση όλου του χριστιανικού δόγματος ως θεία επικύρωση στην υφιστάμενη πρωσική τάξη9.

Στην επιχειρηματολογία του ο Ένγκελς, όπως και ο Μαρξ στις αντίστοιχες πολεμικές του στους αρχαίους σκοταδιστές, φέρνει ισχυρά στο προσκήνιο και επιστρατεύει τα υλιστικά στοιχεία του Χέγκελ. Αναφέρεται στον «ισχυρισμό του Χέγκελ ότι με τη σκέψη δίνεται και η πραγματική ύπαρξη» και προσθέτει: «Η σκέψη πρέπει να αποδείξει την αξία της με την εσωτερική της δύναμη να γίνει πραγματική… Ως λόγος γίνεται δεκτός μόνο εκείνος ο λόγος που πραγματικά αποδεικνύει τον εαυτό του με τη γνώση, το μάτι γίνεται δεκτό ως ένα αληθινό μάτι μόνο αν βλέπει… Ο Φόιερμπαχ μας έκανε πρώτα συνειδητούς σε όλη του την οξύτητα, ότι ο λόγος δεν μπορεί να υπάρχει παρά ως νους και ότι ο νους μπορεί να υπάρχει μόνο μέσα και με τη φύση». Στη θεώρηση του Σέλινγκ, «μια πραγματική μηλιά θα πρέπει να παράγει μόνο λογικά, δυνητικά μήλα… ο Σέλινγκ φαίνεται ότι θεοποιεί το ότι η ουσία της δύναμης είναι η αναγκαιότητα της μετάβασης και ότι η δύναμη αφαιρείται μόνο από την πράξη της πραγματικότητας… η μετάβαση πρέπει να παραμείνει αυθαίρετη γιατί διαφορετικά ο Σέλινγκ θα δεχόταν την αναγκαιότητα του κόσμου και αυτό δεν ταιριάζει με το θετικισμό του»10.

Είναι αδύνατο να μη δει κανείς σε αυτές τις κρίσεις την οξύνοια του νεαρού Ένγκελς, που στέκει στο ύψος του καλύτερου που είχε επιτύχει ο διαλεκτικός στοχασμός, προωθώντας παραπέρα και εκκοσμικεύοντας τη σκέψη του Χέγκελ. Αυτό αληθεύει επίσης για την κριτική του στη θεολογική, «θετική» φιλοσοφία του Σέλινγκ, που διακρίνεται για τη λεπτότητα και τη διεισδυτικότητά της. Καθώς δεν είναι δυνατό να επεκταθούμε διεξοδικά, θα σταθούμε σε ένα μόνο σημείο, τις κρίσεις του Ένγκελς για τη φιλοσοφία της μυθολογίας του Σέλινγκ. Ο Ένγκελς παραθέτει σχετικά ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα από τις διαλέξεις του Σέλινγκ: «Οι μυθολογικές έννοιες δεν μπορούν να εξηγηθούν με κανένα άλλο τρόπο παρά ως το αναγκαίο προϊόν της συνείδησης που έχει πέσει κάτω από την κυριαρχία των κοσμικών δυνάμεων»11.

Αυτή ουσιαστικά είναι η υλιστική, μαρξιστική άποψη για τη μυθολογία ως μια έκφραση της κυριαρχίας της φύσης πάνω στον πρωτόγονο άνθρωπο, η οποία τον ωθεί στην επινόηση φανταστικών εξηγήσεων για τα φαινόμενα της φύσης, επειδή δεν είναι ακόμη σε θέση να κατανοήσει τα πραγματικά τους αίτια. Στον Σέλινγκ, ωστόσο, αυτή η πρόταση στρεβλώνεται από τη θεολογική προοπτική, σύμφωνα με την οποία η κυριαρχία της φύσης πάνω στον άνθρωπο ήταν το αποτέλεσμα του προπατορικού αμαρτήματος και της επακόλουθης πτώσης των πρωτόπλαστων από τη θεία χάρη. Αυτή η πτώση ήταν τόσο μεγάλη, που ο Θεός δεν μπορούσε να αποκαλυφθεί άμεσα στον άνθρωπο, γιατί δεν θα ήταν σε θέση να τον αναγνωρίσει· έπρεπε επομένως να προετοιμάσει τη συνείδησή του ώστε να γίνει δεκτική στην αποκάλυψη, και αυτή η προετοιμασία ήταν η μυθολογία.

Η παρουσίαση του Σέλινγκ έδινε έτσι πολλά πραγματικά στοιχεία για την προ- έλευση των μυθολογικών εννοιών, μυστικοποιώντας την όμως ταυτόχρονα σε μια θεία αρχή και εξάγοντας συμπεράσματα διαμετρικά αντίθετα από εκείνα που θα έπρεπε κανονικά να εξαχθούν. Ο Ένγκελς αντιπαραθέτει την αντίληψη του Φόιερμπαχ ότι το μυστικό της θρησκείας θα βρεθεί στην ανθρωπολογία, τονίζοντας την ανάγκη για μια επανερμηνεία των αποτελεσμάτων του Σέλινγκ από αυτή τη σκοπιά: «Αυτό το μέρος των διαλέξεων, παρεμπιπτόντως, ήταν μακράν το καλύτερο και περιέχει πολλά που δεν πρέπει να απορριφθούν –μόλις απελευθερωθούν από τη μυστικιστική, στρεβλωτική προοπτική– ακόμη και από εκείνον που θεωρεί αυτές τις φάσεις της συνείδησης από μια ελεύθερη, καθαρά ανθρώπινη άποψη… Το κύριο σφάλμα της παρουσίασης του Σέλινγκ είναι ότι δεν αντιλαμβάνεται τη μυθολογική διαδικασία ως την ελεύθερη αυτο-ανάπτυξη της συνείδησης μέσα στην κοσμοϊστορική αναγκαιότητα αλλά εισάγει διαρκώς υπεράνθρωπες αρχές και δυνάμεις και το κάνει με τον πιο συγκεχυμένο τρόπο, ώστε αυτές οι δυνάμεις είναι ταυτόχρονα η “ουσία της συνείδησης” και παρ’ όλα αυτά πάλι κάτι περισσότερο… παραχωρώ στον Σέλινγκ τα βασικά του αποτελέσματα της μυθολογίας σε σχέση με το χριστιανισμό, μόνο με ένα διαφορετικό τρόπο, καθώς κατανοώ και τα δύο φαινόμενα όχι σαν να έχουν έρθει στη συνείδηση από τα έξω, υπερφυσικά, αλλά ως εσώτατα προϊόντα της συνείδησης, ως καθαρά ανθρώπινα και φυσικά»12.

Ο Ένγκελς συμπεραίνει ότι ο Σέλινγκ, νομίζοντας ότι βελτίωνε τον Χέγκελ, παρήγαγε μια ακόμη μεγαλύτερη αυθαιρεσία. Η συμπερίληψη της θρησκείας στη σφαίρα του φιλοσοφικού λόγου από τον Χέγκελ άνοιγε το δρόμο για το παραμέρισμα της χριστιανικής πίστης έστω και στο όνομά της, η αντίστροφη πορεία του Σέλινγκ παρήγαγε μόνο ένα κενό περιεχομένου σχολαστικισμό, ένα ανακάτεμα θρησκείας και φιλοσοφίας για να κατασκευαστεί μια υποκειμενιστική, φανταστική εικόνα του Θεού. «Το ασυμφιλίωτο της φιλοσοφίας και του χριστιανισμού έχει προχωρήσει τόσο πολύ ώστε ακόμη και ο Σέλινγκ πέφτει σε μια ακόμα χειρότερη αντίφαση από τον Χέγκελ. Ο τελευταίος είχε τουλάχιστον μια φιλοσοφία, ακόμα κι αν το αποτέλεσμα ήταν μόνο ένας φαινομενικός χριστιανισμός· αντίθετα, αυτό που παράγει ο Σέλινγκ δεν είναι ούτε ο χριστιανισμός ούτε η φιλοσοφία»13. Η αξίωση του Σέλινγκ ότι είχε καταφέρει να συνενώσει και τα δύο φανέρωνε μόνο την αποτυχία του να καταλάβει τον ίδιο του τον εαυτό.

Ακόμη και εκεί όπου ο Ένγκελς φαίνεται να αναπαράγει αυτούσιο τον Χέγκελ, τονίζει τα ρεαλιστικά του στοιχεία, δείχνοντας μια ακριβή σύλληψη του χεγκελιανού συστήματος, των λεπτομερειών και της δόμησής του, καθώς και του τρόπου που ο Σέλινγκ παρανοούσε τις προτάσεις του για να προσδώσει μια επίφαση ανωτερότητας στο σχολαστικισμό του. Έτσι, για παράδειγμα, παραθέτει την ιδεαλιστική διατύπωση του Χέγκελ ότι «οι κατηγορίες» είναι «τα μοντέλα… και οι γενετήριες δυνάμεις σύμφωνα με τις οποίες έχουν δημιουργηθεί τα πράγματα αυτού του κόσμου». Από αυτό όμως ο Ένγκελς συνάγει την εγκόσμια ενότητα της ύπαρξης, της δύναμης, της πράξης και του λογικού –«η δύναμη», γράφει, «αφαιρείται από την πράξη της πραγματικότητας»– αντικρούοντας το μεταφυσικό διαχωρισμό τους από τον Σέλινγκ που άνοιγε το δρόμο στις θεολογικές του κατασκευές, την υπόθεση του Θεού ως a priori δύναμης και ενοποιητικής αρχής όσων γίνονται αξιωματικά δεκτά ως χωρισμένα. Στον Χέγκελ, επιχειρηματολογεί παραπέρα, η ανασύσταση των εμπειρικών τύπων συνείδησης κατά τις διάφορες ιστορικές εποχές στη Φαινομενολογία του Νου οδηγεί στη διαλεκτική λογική, τις κατηγορίες ως «εννοιακό περιεχόμενο του κόσμου» και αυτό με τη σειρά του περνά στην ιστορία ως ενότητα του κόσμου και του πνεύματος στην Ιδέα, σε μια προωθητική πορεία που δεν αποκόβεται ποτέ από τα εγκόσμια περιεχόμενα. Με τον Σέλινγκ, αντίθετα, παίρνουμε ένα μάταιο παιχνίδι με τις «θείες δυνάμεις» και «υποστάσεις» όπου ο κόσμος υποβαθμίζεται σε ένα τίποτα και επικρατεί η μυστικιστική έκσταση και η αυθαιρεσία. Σε αυτό το πλαίσιο, οι αναφορές του Ένγκελς στην «καθαρή σκέψη» δεν είναι κάτι άλλο από ένα συνώνυμο για τη συνεπή σκέψη, τη σκέψη στην οποία η ελευθερία δεν ανάγεται σε αυθαιρεσία. «Μόνο εκείνη η ελευθερία είναι αυθεντική», επιχειρηματολογεί στο πνεύμα του Χέγκελ, «η οποία περιέχει την αναγκαιότητα, δηλαδή, η οποία είναι η αλήθεια, η λογικότητα της αναγκαιότητας». Διόλου τυχαία, λοιπόν, και αυτά τα επιχειρήματα οδηγούν τον Ένγκελς σε βασικά υλιστικές συναγωγές: «Όπου, όπως με τον Χέγκελ, το κάθε τι παράγει τον εαυτό του, μια θεία προσωπικότητα είναι περιττή». Στην κατακλείδα, συγκρίνει τον Σέλινγκ με ένα ναυαγισμένο πλοίο και αναφέρεται στη φύση ως την ουσία του ανθρώπου που περιέχει «την πληρότητα της ζωής και την ομορφιά της νεότητας… Ο κόσμος είναι και πάλι ένα όλο, ανεξάρτητο και ελεύθερο» και «ο άνθρωπος, το πιο ακριβό παιδί της φύσης»14.

Παρά την οξεία αίσθηση των διακυβευμάτων της διαμάχης και τον πηγαίο προσανατολισμό του στον υλισμό και τον αθεϊσμό, στις πολεμικές του στον Σέλινγκ ο Ένγκελς παραμένει ακόμη, όπως και ο Μαρξ στη διδακτορική του διατριβή, μέσα στο πλαίσιο της χεγκελιανής θεώρησης. Στο ίδιο δοκίμιο αναφέρεται στην Απόλυτη Ιδέα ως ένα «άπαρτο φρούριο» και τον «ιδρυτή της νέας εποχής», στην οποία ανοίγει το δρόμο «η παντο-κατακτήτρια δύναμή της»**. Επαναλαμβάνει έτσι τις ψευδαισθήσεις των αστών ιδεολόγων ότι αυτό που αντέτασσαν στο σκοταδισμό των φεουδαρχών δεν ήταν οι αστικές αξίες, αλλά κάποια αιώνια και υπερβατική αλήθεια, της οποίας ο θρίαμβος ήταν από τα πριν δεδομένος. Ωστόσο, αυτό δεν αναιρεί την υπονόμευση των ιδεαλισμού και την ασυνείδητη προσέγγισή του στην υλιστική θέση.

Το πρώτο από τα άλλα δυο δοκίμια του Ένγκελς για τον Σέλινγκ περιλαμβάνει μια συνοπτική παράθεση αποσπασμάτων από τις διαλέξεις και μια κριτική συζήτησή τους. Στο δεύτερο βρίσκουμε μια παρωδιακή, εύθυμη ανασύσταση της απολογίας της χριστιανικής πίστης από τον Σέλινγκ μέσα από την παράθεση αποσπασμάτων της Βίβλου και την απομίμηση του θεολογικού λεξιλογίου. Οι εχθροί του Θεού, καταλήγει εκεί ο Ένγκελς, είχαν εξαπολύσει το διαβολικό πνεύμα της αθεΐας από τον καιρό της Γαλλικής Επανάστασης πάνω στην ανθρωπότητα· οι ακροατές του Σέλινγκ είχαν αρνηθεί, όπως οι Αρχαίοι Αθηναίοι, να πιστέψουν στην ανάσταση των νεκρών, καταδικάζοντας τους εαυτούς τους σε αιώνια κόλαση και οι πιστοί θα έπρεπε να βλέπουν και να προσεύχονται για να μην τους βάλει ο Κύριος σε πειρασμό15.

Οι πολεμικές του Ένγκελς στη θεολογία του Σέλινγκ δεν θα πρέπει να θεωρηθούν ότι έχουν μια απλά ιστορική σημασία. Ο Σέλινγκ υπήρξε ένας από τους εισηγητές του ανορθολογισμού, που επρόκειτο αργότερα να γίνει το κύριο ρεύμα της αντιδραστικής αστικής φιλοσοφίας και η αιχμή στον αντισοσιαλιστικό αγώνα της. Ακόμη και με θεολογικό τρόπο ο Σέλινγκ προανήγγειλε αρκετά θέματα αυτής της κατεύθυνσης, όπως ο ελιτισμός, το παραμέρισμα του λογικού προς όφελος της πίστης (προωθημένο παραπέρα από τον Κίρκεγκορ) και της ενορατικής διαίσθησης, ο αντιιστορισμός, κ.ά. Αυτό τον έκανε μια σταθερή αναφορά των μετέπειτα ανορθολογιστών: ο Χάιντεγκερ, ο Χάμπερμας και ο Μερλό Ποντί, μεταξύ άλλων, υπογράμμισαν τη σημασία του, ενώ και σύγχρονοι ψευδο-ριζοσπάστες διανοούμενοι που εντάσσονται στην ανορθολογική παράδοση όπως ο Ζίζεκ του έχουν αφιερώσει βιβλία, συνδέοντάς τον με μεταγενέστερες αστικές κατευθύνσεις στο στιλ του Λακάν. Ο Ένγκελς επισημαίνει στις πολεμικές του τα ανορθολογικά αυτά στοιχεία· αναφέρεται στην «αισθητικοποίηση της σκέψης» από τον Σέλινγκ, το παραμέρισμα του λογικού από την αποκάλυψη και την αριστοκρατική τάση του να θεωρεί τη δεκτικότητα στην αποκάλυψη ως προνόμιο των λίγων εκλεκτών, αλλά και στον «παράλογο χαρακτήρα του τρόπου σκέψης του» με τη στροφή στις «μυθολογικές φαντασιώσεις». Ταυτόχρονα, εντοπίζει την αντιιστορική θέση του Σέλινγκ, υπογραμμίζοντας ότι «Η ιστορία δεν μπορεί να έρθει σε αυτή τη φιλοσοφία, αφού δεν έχει καμία σχέση με την πραγματικότητα»16.

Τα δοκίμια του Ένγκελς, ιδιαίτερα το «Ο Σέλινγκ και η Αποκάλυψη», έχουν έτσι μια σημαντική θέση στη διανοητική του ανέλιξη. Αποκαλύπτουν τον Ένγκελς σαν έναν οξυδερκή αναλυτή των διαφόρων φιλοσοφικών θέσεων και της πολιτικής τους σημασίας από τα πρώτα κιόλας βήματά του, δείχνοντας την πηγαία διαλεκτική κλίση του, μια ισχυρή επαφή με την πραγματικότητα και την απέχθειά του στην υποκειμενιστική αυθαιρεσία και το μυστικισμό. Με την προοδευτική, ορθολογική αντιπαράθεσή του στη θρησκευτική, φιλοσοφική και πολιτική αστική αντίδραση ενάντια στην πρόοδο και την επίθεση στο λογικό που εγκαινίασε ο Σέλινγκ, ο νεαρός Ένγκελς παίζει πρωταγωνιστικό ρόλο σε μια βασική διαμάχη της εποχής, προδιαγράφοντας ταυτόχρονα τη στροφή του στον υλισμό και τον κομμουνισμό17.


1 MECW, τόμ. 2, σελ. 47-48.

The following two tabs change content below.

ΧΡΗΣΤΟΣ ΚΕΦΑΛΗΣ

Ο Χρήστος Κεφαλής γεννήθηκε στην Αθήνα το 1963 όπου σπούδασε χημικός. Έχει αρθρογραφήσει σε εφημερίδες όπως οι Ελευθεροτυπία, Αυγή, Εποχή και Εφημερίδα των Συντακτών, περιοδικά και σάιτ. Είναι μέλος της ΣΕ του περιοδικού Μαρξιστική Σκέψη. Έχει δημοσιεύσει βιβλία όπως Οι Μεγάλοι Φυσικοί Επιστήμονες (εκδ. Τόπος, 2015), Λένιν. Η Διάνοια της Επανάστασης (εκδ. Τόπος, 2017), Υπόθεση Κατίν (Επίκεντρο, 2017), Από τον Οκτώβρη στον Στάλιν (Επίκεντρο, 2018), κ.ά. Έχει συμμετάσχει σε συλλογές, ενώ διευθύνει τη σειρά των εκδόσεων Τόπος «Μαρξιστές/Ριζοσπάστες Κλασικοί», με βιβλία για τους Μπουχάριν (2018) και Λούκατς (2019). Δυο βιβλία του για το σκάκι, με το οποίο ασχολήθηκε από νεαρή ηλικία, έχουν κυκλοφορήσει από τις Εκδόσεις Κέδρος.


Πηγή: timesnews.gr