• HENRY MILLER

Ο Κνουτ Χάμσουν είπε κάποτε απαντώντας σ’ένα ερωτηματολόγιο, πως έγραφε για να σκοτώνει τον καιρό. Νομίζω πως ακόμα κι αν ήταν ειλικρινής, μιλώντας έτσι, ξεγελούσε τον εαυτό του. Το γράψιμο, όπως κ’ η ζωή, είναι ένα ταξίδι εξερευνήσεων. Είναι ένα είδος μεταφυσικής περιπέτειας: ένας τρόπος να πλησιάσεις έμμεσα τη ζωή, ν’ αποχτήσεις μια συνολική περισσότερο παρά μερική όψη του σύμπαντος. Ο συγγραφέας ζει ανάμεσα στον απάνω και τον κάτω κόσμο: ακολουθεί το μονοπάτι για να γίνει ο ίδιος, ίσως κάποτε, αυτό το μονοπάτι.

Άρχισα μέσα σ’ένα απόλυτο και σκοτεινό χάος, μέσα σ’ένα βούρκο ή τέλμα από ιδέες, συγκινήσεις και εμπειρίες. Ακόμα και τώρα δε νομίζω τον εαυτό μου συγγραφέα, με τη συνηθισμένη σημασία της λέξης. Είμαι ένας άνθρωπος που διηγιέται την ιστορία της ζωής του, μια πορεία που μου φαίνεται ολοένα πιο ανεξάντλητη καθώς προχωρώ. Είναι ατέλειωτη όπως η εξέλιξη της οικουμένης. Είναι ένα γύρισμα του μέσα προς τα έξω, ένα ταξίδι ανάμεσα σε Χ διαστάσεις, με το αποτέλεσμα ν’ ανακαλύψει κανείς κάποτε στο δρόμο του πως εκείνο που έχει να πει δεν είναι και τόσο σπουδαίο όσο η ίδια η εξιστόρηση. Το γνώρισμα αυτό που το βρίσκουμε σ’όλη την τέχνη, είναι εκείνο που της δίνει μια μεταφυσική απόχρωση, που την υψώνει έξω τόπου και χρόνου και τη βάζει στο επίκεντρο ή την ενσωματώνει με την πορεία του κόσμου ολόκληρη. Σε τούτο συνίσταται η “θεραπευτική” ιδιότητα της τέχνης: η σημασία, το άσκοπο, το άπειρο.

Είχα νιώσει, σχεδόν από την αρχή, πως δεν υπάρχει τέρμα. Δεν ελπίζω να μπορέσω ποτέ ν’ αγκαλιάσω το σύνολο, αλλά μονάχα να δώσω στο κάθε χωριστό κομμάτι, στο κάθε έργο μου, την αίσθηση του συνόλου, – ολοένα περισσότερο το σύνολο – καθώς προχωρώ· γιατί σκάβω ολοένα βαθύτερα μέσα στη ζωή, σκάβοντας ολοένα βαθύτερα στο παρελθόν και στο μέλλον. Με το αδιάκοπο αυτό σκάψιμο αναπτύσσεται μια βεβαιότητα που είναι μεγαλύτερη από τη θρησκεία ή την πίστη. Γίνομαι ολοένα πιο αδιάφορος για τη μοίρα μου, σα συγγραφέας, και ολοένα πιο σίγουρος για τον προορισμό μου, σαν άνθρωπος.

Αρχίζοντας, μελέτησα μ’ επιμέλεια το ύφος και την τεχνική εκείνων που κάποτε θαύμαζα και λάτρευα : Νίτσε, Ντοστογιέφσκι, Χάμσουν, ακόμα και τον Τόμας Μαν που σήμερα τον παραμερίζω γιατί είναι ένας επιτήδειος κατασκευαστής, ένας εμπνευσμένος βλάκας ή μπεχλιβάνης. Μιμήθηκα το κάθε ύφος, με την ελπίδα πως θα ’βρισκα το κλειδί για το μυστικό που με βασάνιζε : το πώς να γράψω. Στο τέλος, έφτασα σ’ένα αδιέξοδο, σε μια απόγνωση και μια απελπισία που λίγοι άνθρωποι γνωρίσανε, γιατί δεν υπήρχε κανένας διχασμός ανάμεσα στον εαυτό μου ως συγγραφέα και τον εαυτό μου ως άνθρωπο : ν’ αποτύχω ως συγγραφέας σήμαινε ν’ αποτύχω ως άνθρωπος. Και είχα αποτύχει. Κατάλαβα πως δεν ήμουν τίποτε – λιγότερο από τίποτε – μια μηδαμινή ποσότητα. Ήτανε σε τούτο το σημείο, στη μέση της νεκρής θάλασσας των Σαργασσών, για να εκφραστώ έτσι, που άρχισα πραγματικά να γράφω. Άρχισα από το τίποτε, ρίχνοντας το κάθε τι στη θάλασσα, ακόμα και εκείνους που περισσότερο αγαπούσα.

Μόλις άκουσα τη δική μου τη φωνή, γοητεύτηκα. Ήτανε μια ξεχωριστή, διαφορετική, μοναδική φωνή, και τούτο με δυνάμωνε. Δε νοιαζόμουν αν ό,τι έγραφα μπορούσε να θεωρηθεί κακό. Οι λέξεις καλό και κακό χαθήκανε από το λεξιλόγιό μου. Πήδηξα με τα δυο ποδάρια στο βασίλειο της αισθητικής, στο μη-ηθικολογικό, μη-ηθικό, μη-ωφελιμιστικό βασίλειο της τέχνης. Η ζωή μου η ίδια έγινε ένα έργο τέχνης. Είχα βρει μια φωνή, ήμουνα πάλι ακέραιος. Το πείραμα έμοιαζε πολύ με όσα διαβάζουμε σχετικά με τη ζωή των μυημένων στο Βουδισμό Ζεν. Η τεράστια αποτυχία μου ήτανε σαν ανακεφαλαίωση της εμπειρίας του αγώνα : έπρεπε να διαφθαρώ από τη γνώση, να διαπιστώσω τη ματαιότητα των πάντων, να συντρίψω τα πάντα, να πέσω στην απελπισία, έπειτα να γίνω ταπεινός, έπειτα να εξαλείψω τον εαυτό μου, κατά έναν τρόπο, για να ξανακερδίσω τη γνησιότητά μου. Έπρεπε να φτάσω ώς το χείλος και να κάνω το πήδημα στο σκοτάδι.

Μιλώ τώρα για Πραγματικότητα, αλλά ξέρω πως δεν μπορεί κανείς να τη φτάσει, τουλάχιστο με το γράψιμο. Μαθαίνω λιγότερα και καταλαβαίνω περισσότερα : μαθαίνω μ’ ένα διαφορετικό, περισσότερο υποχθόνιο τρόπο. Αποκτώ ολοένα πιο πολύ το χάρισμα της αμεσότητας. Αναπτύσσω την ικανότητα να παρατηρώ, να καταλαβαίνω, ν’ αναλύω, να συνθέτω, να ταξινομώ, να διαμορφώνω, ν’ αρθρώνω την ίδια στιγμή. Το οικοδομικό στοιχείο των πραγμάτων αποκαλύπτεται ευκολότερα στην όρασή μου. Αποφεύγω κάθε μονοκόμματη ερμηνεία : όσο περισσότερη η απλοποίηση τόσο βαθύτερο το μυστήριο. Ό,τι γνωρίζω τώρα πάει να γίνει όλο και περισσότερο αδιατύπωτο. Ζω με τη βεβαιότητα, μια βεβαιότητα που δεν εξαρτάται από αποδείξεις ή πίστη.

Ζω ολότελα για τον εαυτό μου, χωρίς την παραμικρότερη εγωπάθεια ή ιδιοτέλεια. Ζω το μερίδιο της ζωής που μου δόθηκε και γίνομαι έτσι συνεργός στον προορισμό των πραγμάτων. Βοηθώ την ανάπτυξη, το πλούτισμα, την εξέλιξη και τη ροή του Κόσμου, κάθε μέρα με κάθε τρόπο. Δίνω ό,τι έχω να δώσω, θεληματικά, και παίρνω μόνο όσα μπορώ να καταπιώ. Είμαι ένας πρίγκιπας και πειρατής μαζί. Είμαι το σημείο της ισότητας, το πνευματικό αντίστοιχο του Ζυγού που στον παλιό ζωδιακό κύκλο ήτανε σφηνωμένος ανάμεσα στην Παρθένο και στο Σκορπιό. Βρίσκω ότι υπάρχει αρκετός χώρος στην οικουμένη για τον καθένα – μεγάλα ενδοδιαστημικά βάθη, μεγάλοι κόσμοι τού εγώ, μεγάλα νησιά επισήμανσης, για όποιον φτάσει στην ατομικότητα. Πάνω στην επιφάνεια όπου μαίνονται οι ιστορικές μάχες, όπου τα πάντα ερμηνεύονται με το χρήμα και τη δύναμη, ίσως να υπάρχει συνωστισμός, αλλά η ζωή αρχίζει μονάχα όταν κανείς κατέβει κάτω από την επιφάνεια, όταν παρατήσει τον αγώνα, βουλιάξει και χαθεί από τα μάτια. Τώρα μπορώ με την ίδια ευκολία να γράφω ή να μη γράφω : δεν υπάρχει πια κανένας καταναγκασμός, καμιά θεραπευτική αιτία που να με υποχρεώνει. Ό,τι και να κάνω το κάνω από χαρά και μόνο : ρίχνω τους καρπούς μου σαν ένα ώριμο δέντρο. Πώς τους χρησιμοποιεί ο κοινός αναγνώστης ή ο κριτικός δε μ’ ενδιαφέρει. Δε θεμελιώνω αξίες : αποπατώ και τρέφομαι. Αυτό και τίποτ’ άλλο.

Η κατάσταση αυτή της υπέρτατης αδιαφορίας είναι μια λογική ανάπτυξη της εγωκεντρικής ζωής. Εξάντλησα τη βίωση του κοινωνικού προβλήματος πεθαίνοντας : το πραγματικό πρόβλημα δεν είναι πώς τα πηγαίνει κανείς με το γείτονά του ή πώς συντρέχει στην ανάπτυξη της χώρας του, αλλά πώς θα ανακαλύψει τη μοίρα του, πώς θα δημιουργήσει μια ζωή σύμφωνα με τον βαθιά συγκεντρωμένο κοσμικό ρυθμό. Να μπορεί να μεταχειρίζεται τη λέξη Κόσμος θαρρετά, να μεταχειρίζεται τη λέξη ψυχή, να έχει να κάνει με πράγματα του “πνεύματος” – και ν’ αποφεύγει τους ορισμούς, τα άλλοθι, τις αποδείξεις, τα καθήκοντα. Ο Παράδεισος είναι παντού, και κάθε δρόμος, αν τον ακολουθήσει κανείς αρκετά μακριά, οδηγεί σ’ αυτόν. Μπορείς να προχωρήσεις μονάχα αν τραβήξεις πίσω και έπειτα πλάγια και έπειτα πάνω και έπειτα κάτω. Δεν υπάρχει πρόοδος : υπάρχει αδιάκοπη κίνηση και μετατόπιση, που είναι κυκλική, ελικοειδής, ατέλειωτη. Ο κάθε άνθρωπος έχει δική του μοίρα : η μόνη επιταγή είναι να την ακολουθήσει, να την παραδεχτεί, αδιάφορο πού θα τον φέρει.

Δεν έχω την παραμικρότερη ιδέα τι θα είναι τα μελλοντικά βιβλία μου, ακόμα κι εκείνο που πρόκειται να γράψω σε λίγο. Τα σχέδια και οι προθέσεις μου είναι οι πιο αβέβαιοι οδηγοί : τα σκαρώνω όπως θέλω, εφευρίσκω, διαστρέφω, παραμορφώνω, λέω ψέματα, φουσκώνω, υπερβάλλω, μπερδεύω, και περιπλέκω κατά το κέφι μου. Υπακούω μονάχα στα ένστικτα και τις διαισθήσεις μου. Δεν ξέρω τίποτε προκαταβολικά. Συχνά ρίχνω στο χαρτί πράγματα που δεν τα καταλαβαίνω κι εγώ ο ίδιος, με τη βεβαιότητα πως αργότερα θα μου γίνουν ξάστερα και γεμάτα νόημα. Έχω πίστη στον άνθρωπο που γράφει, που είναι ο εαυτός του, ο συγγραφέας. Δεν πιστεύω στις λέξεις, κι ας είναι συνταιριασμένες από τον πιο επιδέξιο άνθρωπο!

Πιστεύω στη γλώσσα, που είναι κάτι πέρα από τις λέξεις, κάτι που οι λέξεις δίνουν μόνο την απατηλή εικόνα της. Οι λέξεις δεν υπάρχουν χωριστά, παρά μονάχα στις διάνοιες των λογίων, των γλωσσολόγων, των φιλολόγων κ.λπ. Οι λέξεις χωρισμένες από τη γλώσσα είναι νεκρά πράγματα και δεν προσφέρουν κανένα μυστικό. Ένας άνθρωπος αποκαλύπτεται με το ύφος του, με τη γλώσσα που δημιούργησε για τον εαυτό του. Για έναν άνθρωπο με αγνή καρδιά πιστεύω πως όλα είναι καθάρια σαν τον ήχο καμπάνας, ακόμα και τα πιο εσωτερικά γραφτά. Για έναν τέτοιον άνθρωπο υπάρχει πάντα το μυστήριο, αλλά το μυστήριο δεν είναι μυστηριώδες, είναι λογικό, φυσικό, καθιερωμένο και το παραδέχεται με τυφλήν εμπιστοσύνη. Κατανόηση δε σημαίνει να διαπεράσεις το μυστήριο αλλά να το παραδεχτείς, να συζήσεις ευτυχισμένα μαζί του, μέσα του και πλάι του. Θα ’θελα τα λόγια μου να κυλούν με τον ίδιο τρόπο που κυλάει ο κόσμος, μια κίνηση φιδωτή ανάμεσα σε ανυπολόγιστες διαστάσεις, άξονες, πλάτη, κλίματα, συνθήκες. Παραδέχομαι από τα πριν την αδυναμία μου να πραγματοποιήσω ένα τέτοιο ιδανικό. Δε νοιάζομαι γι’ αυτό καθόλου. Το κάτω-κάτω, κι αυτός ο κόσμος κυοφορεί την αποτυχία, είναι η τέλεια εκδήλωση της ατέλειας, της συναίσθησης της αποτυχίας.

Όταν το συνειδητοποιήσεις αυτό, η ίδια η αποτυχία εξουδετερώνεται. Σαν το πρωταρχικό πνεύμα του Σύμπαντος, σαν το ακλόνητο Απόλυτο, το Εν, το Παν, ο δημιουργός, ο καλλιτέχνης, εκφράζεται μέσα από την ατέλεια και με την ατέλεια. Είναι η ουσία της ζωής, το καθαυτό σημάδι της ζωντάνιας. Έρχεται κανείς πιο κοντά στην καρδιά της αλήθειας, που υποθέτω να είναι ο τελικός σκοπός του συγγραφέα, όσο παύει τον αγώνα, όσο εγκαταλείπει τη θέληση. Ο μεγάλος συγγραφέας είναι το ίδιο το σύμβολο της ζωής, το σύμβολο του μη-τέλειου. Κινείται χωρίς προσπάθεια, δίνοντας την εντύπωση της εντέλειας, ξεκινώντας από κάποιο άγνωστο επίκεντρο που δεν είναι βέβαια το κέντρο της διάνοιας αλλά που είναι κατηγορηματικά ένα κέντρο, ένα κέντρο που έχει δεσμούς με το ρυθμό ολόκληρου του σύμπαντος, και που είναι κατά συνέπεια τόσο γερό, στερεό και ακλόνητο, τόσο διαρκές, τολμηρό, αναρχικό και άσκοπο, όσο το ίδιο το σύμπαν. Η τέχνη δε διδάσκει τίποτ’ άλλο παρά το νόημα της ζωής. Το μεγάλο έργο πρέπει αναπόφευκτα να είναι σκοτεινό, παρεκτός για τους πολύ λίγους, για κείνους που σαν τον ίδιο το συγγραφέα είναι μυημένοι στα μυστήρια. Η επικοινωνία λοιπόν είναι δευτερεύουσα : το σπουδαίο είναι η διαιώνιση. Για να συμβεί αυτό χρειάζεται ένας μονάχα καλός αναγνώστης.

Αν είμαι ένας επαναστάτης, όπως έχει ειπωθεί, το είμαι ασυναίσθητα. Δεν είμαι σ’ επανάσταση ενάντια στην παγκόσμια τάξη. “Αναστατώνω”, καθώς είπε ο Blaise Cendrars για τον εαυτό του. Υπάρχει κάποια διαφορά. Μπορώ με την ίδια ευκολία να ζω στο μέσα μέρος καθώς και στο έξω μέρος του φράχτη. Στην πραγματικότητα πιστεύω ότι ζω ακριβώς πάνω από τα δυο τούτα σημεία, σε μια ίση αναλογία ανάμεσά τους που εκδηλώνεται πλαστικά, μη-ηθικά, με το γράψιμο. Θα μπορούσα να ζήσω την ίδια τούτη ζωή χωρίς να γράφω. Πιστεύω ότι πρέπει κανείς να ξεπεράσει τη σφαίρα και την επίδραση της τέχνης. Η τέχνη είναι μονάχα ένα μέσο για τη ζωή, για μια ζωή πιο πλούσια. Δεν είναι αυτή καθαυτή η πιο πλούσια ζωή. Δείχνει απλώς το δρόμο, κάτι που παραβλέπει όχι μονάχα το κοινό, αλλά πολύ συχνά και ο ίδιος ο καλλιτέχνης. Όταν γίνει σκοπός εξολοθρεύει τον εαυτό της. Οι περισσότεροι καλλιτέχνες εξολοθρεύουν τη ζωή προσπαθώντας ίσα-ίσα να την κατακτήσουν. Κόψανε το αυγό στη μέση. Κάθε τέχνη, το πιστεύω ακράδαντα, μια μέρα θα εξαφανιστεί. Αλλά θα μείνει ο καλλιτέχνης, και η ίδια η ζωή θα γίνει όχι “μια τέχνη”, αλλά μη τέχνη., δηλαδή οριστικά και παντοτινά θα ιδιοποιηθεί το πεδίο της τέχνης.

Οπωσδήποτε η αλήθεια είναι πως δεν είμαστε ακόμα ζωντανοί. Δεν είμαστε πια ζώα, αλλά δεν είμαστε βέβαια ακόμα άνθρωποι. Από την αυγή της τέχνης κάθε μεγάλος καλλιτέχνης μας το έχει διαλαλήσει αυτό, αλλά πολύ λίγοι το καταλάβανε. Όταν πραγματικά παραδεχτούμε την τέχνη, αυτή θα πάψει να υπάρχει. Δεν είναι παρά ένα υποκατάστατο, μια γλώσσα-σύμβολο, για κάτι που μπορεί κανείς να το συλλάβει απευθείας. Αλλά για να μπορέσει να συμβεί αυτό, ο άνθρωπος πρέπει να γίνει πέρα ώς πέρα θρησκευτικός, όχι ένας πιστός, αλλά το πρώτο κίνητρο, ένας θεός σε υπόσταση και πράξη. Θα γίνει αυτό αναπόφευκτα. Και απ’ όλες τις περιπλανήσεις σ’ αυτόν το δρόμο η τέχνη είναι η πιο περίλαμπρη, η πιο γόνιμη κ’ η πιο διδακτική. Ο καλλιτέχνης συνεπώς που γίνεται πέρα ώς πέρα ενσυνείδητος παύει να είναι καλλιτέχνης. Και όμως η τάση είναι προς το συνειδητό, προς την αποτυφλωτική συνειδητοποίηση όπου καμιά σημερινή μορφή ζωής δεν μπορεί ν’ ανθίσει, μήτε καν η τέχνη.

Μερικοί άνθρωποι θα νομίσουν πως αυτό είναι κοροϊδία, αλλά είναι ωστόσο μια ειλικρινής δήλωση των σημερινών μου πεποιθήσεων. Θα έπρεπε κανείς να έχει υπόψη του, φυσικά, ότι υπάρχει μια αναπόφευκτη απόσταση ανάμεσα στην καθαυτό αλήθεια και σ’ εκείνο που πιστεύει, ακόμα και για τον εαυτό του : αλλά θα έπρεπε κανείς επίσης να έχει υπόψη του ότι υπάρχει μια παρόμοια απόσταση ανάμεσα στη γνώμη ενός τρίτου και στην ίδια αυτή αλήθεια. Ανάμεσα στο υποκειμενικό και το αντικειμενικό δεν υπάρχει καμιά ζωτική διαφορά. Τα πάντα είναι απατηλά και λίγο-πολύ διαφανή. Όλα τα φαινόμενα, συμπεριλαμβανομένου του ανθρώπου και των όσων πιστεύει για τον εαυτό του, δεν είναι παρά ένα ευκίνητο και ευμετάβλητο αλφάβητο. Δεν υπάρχουν στέρεα πράγματα για να τα πιάσεις. Έτσι, όταν γράφω, ακόμα κι αν οι διαστροφές και παραμορφώσεις μου είναι προμελετημένες δεν είναι γι’ αυτό αναγκαστικά λιγότερο κοντά στην αλήθεια των πραγμάτων. Μπορεί κανείς να είναι απόλυτα αληθινός και ειλικρινής μολονότι αναγνωρισμένος για ο πιο αχαλίνωτος ψεύτης. Ο κόσμος της φαντασίας και ο μύθος είναι το ίδιο το ύφασμα της ζωής. Η αλήθεια καθόλου δεν κλονίζεται από τις βίαιες διαταραχές του πνεύματος.

Έτσι, όποια κι αν είναι τα αποτελέσματα που μπορώ να πετύχω με τεχνικά ευρήματα, δεν είναι ποτέ απλά αποτελέσματα της τεχνικής, αλλά η ακριβέστατη καταγραφή από τη σεισμογραφική μου βελόνα, των αναταραγμένων, πολυσύνθετων, μυστηριωδών και ακατανόητων εμπειριών που έχω ζήσει και που γράφοντας τις ξαναζώ, διαφορετικά, ίσως πιο αναταραγμένα, πιο μυστηριώδικα, πιο ακατανόητα. Ο λεγόμενος πυρήνας ενός συγκεκριμένου γεγονότος που αποτελεί μια αφετηρία κι ένα οδηγό, είναι βαθιά καταχωνιασμένος μέσα μου : δε θα μπορούσα να τον χάσω, να τον αλλοιώσω, να τον μεταμορφώσω, όσο και να το ήθελα.. Κι ωστόσο είναι αλλοιωμένος, απαράλλαχτα καθώς αλλοιώνεται η όψη του κόσμου, την κάθε στιγμή που ανασαίνουμε. Για να τον διατυπώσει κανείς πρέπει να μπορέσει να παρουσιάσει μια διπλή ψευδαίσθηση – την ψευδαίσθηση της στασιμότητας και της ψευδαίσθησης της ροής. Αυτό το διπλό παιχνίδι, για να μιλήσουμε έτσι, είναι εκείνο που δίνει την εντύπωση της νοθείας : είναι τούτη η ψευτιά, τούτη η φευγαλέα, μεταμορφωτική προσωπίδα, που είναι η καθαυτό ουσία της τέχνης. Αγκυροβολεί κανείς μέσα στο ρεύμα : υιοθετεί την προσωπίδα της ψευτιάς για ν’ αποκαλύψει την αλήθεια.

Στοχάστηκα πολλές φορές πως θα ήθελα κάποτε να έγραφα ένα βιβλίο για να εξηγήσω πώς έγραψα ορισμένα μέρη των βιβλίων μου, ή ακόμα ένα μονάχα μέρος. Πιστεύω πως θα μπορούσα να γράψω ένα αρκετά χοντρό βιβλίο πάνω σε μια μικρή παράγραφο μονάχα διαλεγμένη στην τύχη μέσα στο έργο μου. Ένα βιβλίο για την αφετηρία της, τη γένεσή της, τις μεταμορφώσεις της, τον τοκετό της, για τον καιρό που μεσολάβησε ανάμεσα στη γένεση της ιδέας και την έκφρασή της, τον καιρό που χρειάστηκε να διατυπωθεί, τις σκέψεις που είχα στα ενδιάμεσα διαστήματα καθώς την έγραφα, την ημέρα της εβδομάδας, την κατάσταση της υγείας μου, τη διάθεση των νεύρων μου, τις διακοπές που μεσολάβησαν, τις θεληματικές και εκείνες που μου επιβληθήκανε, τις απειράριθμες ποικιλίες εκφράσεων που μου παρουσιάστηκαν όσο την έγραφα, τις αλλαγές, το σημείο όπου σταμάτησα και όπου ξαναρχίζοντας άλλαξα εντελώς την αρχική της κατεύθυνση, ή το σημείο όπου επιδέξια την παράτησα, σκοπεύοντας να ξαναγυρίσω και να τη συνεχίσω αργότερα, αλλά χωρίς ποτέ να το κάνω· ή ακόμα ξαναγυρίζοντας και συνεχίζοντας την πορεία ασυναίσθητα ύστερ’ από τη συγγραφή δυο-τριών βιβλίων, όταν η θύμησή της είχε ολότελα εξαφανιστεί.

Ή θα μπορούσα ν’ αντιπαραβάλω κομμάτια των βιβλίων μου αναμεταξύ τους, κομμάτια που το ψυχρό μάτι του κριτικού τα ξεχωρίζει σαν παραδείγματα για τούτο ή εκείνο, και να τους αποστομώσω, τους κριτικούς που έχουν τη μανία της ανάλυσης, αποδείχνοντας πώς ένα φαινομενικά εύκολο κομμάτι γράφτηκε με μεγάλη στενοχώρια ενώ έν’ άλλο δύσκολο, λαβυρινθώδες κομμάτι κομμάτι γράφτηκε σα φύσημα του αγέρα ή ανάβρυσμα πηγής. Ή θα μπορούσα να δείξω πώς ένα χωρίο διαμορφώθηκε αρχικά όταν ήμουν πλαγιασμένος στο κρεβάτι μου, πώς μεταμορφώθηκε όταν σηκώθηκα και ξανά μεταμορφώθηκε καθώς πήγαινα να καθίσω για να το διατυπώσω. Ή θα μπορούσα να παρουσιάσω το σημειωματάριό μου για να δείξω πώς η πιο απόμακρη, η πιο επίπλαστη παρόρμηση γέννησε ένα ζεστό, σάμπως ζωντανό ανθρώπινο λουλούδι. Θα μπορούσα να παρουσιάσω ορισμένες λέξεις που ανακάλυψα τυχαία ληστεύοντας τις σελίδες ενός βιβλίου, να δείξω πώς με παρακίνησαν – αλλά ποιος, σε τούτο τον κόσμο, θα μπορούσε ποτέ να μαντέψει, με τι τρόπο μπόρεσαν να με παρακινήσουν;

Όλα όσα γράφουνε οι κριτικοί για ένα έργο τέχνης, ακόμα και τα πιο σωστά, τα πιο αληθινά, πειστικά, δικαιολογημένα, ακόμα και όταν γράφονται με αγάπη, που είναι σπάνιο, δεν είναι τίποτε όταν συγκριθούν με τον πραγματικό μηχανισμό, την αληθινή γενεσιουργία ενός έργου τέχνης. Θυμάμαι το έργο μου, όχι λέξη προς λέξη, βέβαια, αλλά μ’ ένα πιο ακριβή, αξιόπιστο τρόπο· ολόκληρο το έργο μου έφτασε να μοιάζει μ’ ένα πεδίο του οποίου έχω κάμει πέρα ώς πέρα μια γεοδετική επισκόπηση, όχι πάνω στο γραφείο, με πέννα και χάρακα, αλλά με την αφή, πέφτοντας χάμω με τα τέσσερα, μπρούμυτα, έρποντας πάνω στη γη σπιθαμή προς σπιθαμή, για ένα ατέλειωτο χρονικό διάστημα κάτω απ’ όλες τις καιρικές συνθήκες.

Κοντολογίς, είμαι τώρα τόσο σιμά στο έργο μου όσο όταν το πραγματοποιούσα – ίσως μάλιστα και σιμώτερα. Το τέλειωμα ενός βιβλίου δεν ήταν ποτέ τίποτε περισσότερο από μια μετατόπιση της στάσης του σώματός μου. Θα μπορούσε να τέλειωνε με χίλιους διαφορετικούς τρόπους. Ούτε ένα μέρος του δεν είναι αποτελειωμένο ; θα μπορούσα να συνεχίσω τη διήγηση σε οποιοδήποτε σημείο, να προχωρήσω, να ανοίξω κανάλια και σήραγγες, να στήσω γεφύρια, σπίτια και εργοστάσια, να τη σπείρω με άλλους κατοίκους, με άλλα φυτά και άνθη, όλα εξίσου πιστά στην πραγματικότητα. Δεν έχω, αληθινά, καμιά αρχή και κανένα τέλος. Όπως αρχίζει η ζωή σε μια οποιαδήποτε στιγμή, με μια πράξη πραγματοποίησης, έτσι και το έργο.

Αλλά κάθε απαρχή, είτε βιβλίου, σελίδας, παραγράφου, περιόδου ή φράσης, σημειώνει μια ζωτική συνοχή, και είναι μέσα σ’ αυτή τη ζωτικότητα, τη διάρκεια, το άχρονο και ανάλλαχτο των στοχασμών και περιστατικών που βυθίζομαι ξανά κάθε φορά. Κάθε γραμμή και λέξη είναι ζωτικά συνδεμένη με τη ζωή μου, με τη ζωή μου μονάχα, κι ας είναι με τη μορφή πράξης, γεγονότος, περιστατικού, στοχασμού, συγκίνησης, επιθυμίας, φυγής, ψευδαίσθησης, ονείρου, ρεμβασμού, ιδιοτροπίας, ακόμα και με τα αδιάπλαστα εκείνα μικροπράγματα που πλέουν νωχελικά μέσα στο μυαλό σαν ξέφτια από δίχτυ αράχνης. Δεν υπάρχει τίποτε πραγματικά αόριστο ή πενιχρό – ακόμα και τα πιο μηδαμινά είναι κοφτερά, σκληρά, καθορισμένα, διαρκή. Σαν την αράχνη γυρίζω πάλι στη δουλειά, με τη συναίσθηση πως το δίχτυ που πλέκω είναι καμωμένο από τη δική μου την ουσία, πως ποτέ δε θα μ’ εγκαταλείψει, ποτέ δε θα στερέψει.

Στην αρχή ονειρευόμουν να παραβγώ του Ντοστογιέφσκι. Έλπιζα να δώσω τεράστιες, λαβυρινθιακές ψυχικές διαμάχες που θα ερήμωναν τον κόσμο. Αλλά πολύ σύντομα αντιλήφθηκα πως είχαμε φτάσει σ’ ένα σημείο πολύ πιο πέρα από τον Ντοστογιέφσκι – πιο πέρα όσο αφορά τον εκφυλισμό. Στην εποχή μας το πρόβλημα της ψυχής δεν υπάρχει πια, ή καλύτερα εμφανίζεται με μια όψη χημική παράξενα διαστρεβλωμένη. Έχουμε να κάνουμε με κρυστάλλινα μόρια της σκορπισμένης και θρυμματισμένης ψυχής. Οι σύγχρονοι ζωγράφοι εκφράζουν αυτήν την κατάσταση ίσως πιο έντονα ακόμα από το συγγραφέα : ο Πικάσο είναι το τέλειο παράδειγμα του τι θέλω να πω. Μου ήταν ολότελα αδύνατο, συνεπώς, να διανοηθώ να γράψω μυθιστορήματα· εξίσου αδύνατο να ακολουθήσω τα διάφορα αδιέξοδα που αντιπροσωπεύουνε οι λογής λογοτεχνικές κινήσεις στην Αγγλία, τη Γαλλία και την Αμερική.

Ένιωσα τον εαυτό μου εξαναγκασμένο, ειλικρινέστατα, να πάρω τα σκόρπια και παράταιρα συστατικά της ζωής μας – την ψυχική ζωή, όχι την πνευματική – και να τα διαπλάσω με το δικό μου προσωπικό τρόπο, χρησιμοποιώντας το δικό μου θρυμματισμένο και σκορπισμένο εγώ εξίσου απάνθρωπα και αψήφιστα όσο και τα συντρίμμια του κόσμου των φαινομένων που μας περιστοιχίζει. Δεν ένιωσα ποτέ μου κανένα είδος ανταγωνισμού ή ανησυχίας για την αναρχία που παρουσιάζουν οι μορφές της τέχνης που σήμερα επικρατούν· το αντίθετο, μου ήταν πάντα καλοπρόσδεχτες οι διαλυτικές επιδράσεις. Σε μια εποχή σημαδεμένη από τη διάλυση, το να ζητεί κανείς την “εκκαθάριση” μού φαίνεται αρετή, ακόμα περισσότερο, μια ηθική επιταγή. Όχι μονάχα δεν ένιωσα ποτέ την παραμικρότερη επιθυμία να διατηρήσω, να στερεώσω ή να αναστηλώσω τίποτε, αλλά θα μπορούσα να πω ότι θεώρησα πάντα την παρακμή μια εξίσου θαυμαστή και πλούσια έκφραση ζωής όσο και την ακμή.

Νομίζω ότι θα ’πρεπε ακόμα να εξομολογηθώ πως βάλθηκα να γράψω γιατί ήτανε – φαίνεται – η μόνη ανοιχτή διέξοδος για μένα, η μόνη δουλειά αντάξια των δυνάμεών μου. Είχα δοκιμάσει τίμια όλους τους άλλους δρόμους προς τη λευτεριά. Ήμουν μια θεληματική αποτυχία στον λεγόμενο κόσμο της πραγματικότητας, όχι μια αποτυχία από έλλειψη ικανότητας. Το γράψιμο δεν ήταν μια “απόδραση”, ένα μέσο για ν’ αποφεύγω την καθημερινή πραγματικότητα : το αντίθετο, σήμαινε ένα βαθύτερο ακόμα βύθισμα στη γλυφή λίμνη – ένα βύθισμα στην πηγή όπου τα νερά αδιάκοπα ανανεώνονταν, όπου υπήρχε αδιάκοπη κίνηση και αναταραχή.

Κοιτάζοντας πίσω στη σταδιοδρομία μου, βλέπω τον εαυτό μου σαν άνθρωπο που μπορούσε να καταπιαστεί με κάθε δουλειά, κάθε επάγγελμα. Ήταν η μονοτονία και η στειρότητα των άλλων διεξόδων που μ’ έφερε σε απελπισία. Ζητούσα μια περιοχή που να είμαι αφέντης και δούλος μαζί : ο κόσμος της τέχνης είναι η μόνη τέτοια περιοχή. Μπήκα μέσα σ’ αυτόν τον κόσμο χωρίς κανένα φανερό ταλέντο, ένας ολότελα πρωτόπειρος, ανίδεος, αδέξιος, άφωνος, σχεδόν παράλυτος από φόβο και δειλία. Έπρεπε να βάλω τη μια πέτρα πάνω στην άλλη, να στρώσω εκατομμύρια λέξεις πάνω στο χαρτί προτού να γράψω μια πραγματική, αυθεντική λέξη βγαλμένη από τα δικά μου σπλάχνα. Η ευκολία της ομιλίας που είχα ήταν ένα σοβαρό εμπόδιο· είχα όλα τα ελαττώματα του μορφωμένου ανθρώπου.

Έπρεπε να μάθω να σκέπτομαι, να αισθάνομαι και να βλέπω μ’ έναν ολότελα καινούργιο τρόπο, μ’ έναν ακαλλιέργητο τρόπο, με το δικό μου τον τρόπο, που είναι το δυσκολότερο πράγμα στον κόσμο. Έπρεπε να ρίξω τον εαυτό μου μέσα στο ρεύμα, ξέροντας πως μπορεί και να βούλιαζα. Οι περισσότεροι από τους καλλιτέχνες ρίχνονται με σωσίβια γύρω στο λαιμό τους, και τις περισσότερες φορές είναι τα σωσίβια που τους βουλιάζουν. Δεν μπορούν να βουλιάξουν μέσα στον ωκεανό της πραγματικότητας όσοι παραδίνονται θεληματικά σ’ αυτό το πείραμα. Καμιά πρόοδος στη ζωή δεν έρχεται από την προσαρμογή αλλά από την τόλμη, από την υποταγή στην τυφλή παρόρμηση. “Καμιά τόλμη δεν είναι μοιραία” είπε ο René Crevel, μια φράση που δεν θα ξεχάσω ποτέ.

Ολόκληρη η λογική της οικουμένης βρίσκεται μέσα στην τόλμη, δηλαδή στη δημιουργία με τα ισχνότερα και ασθενέστερα βοηθήματα. Στην αρχή, την τόλμη αυτή τη νομίζουν πως είναι θέληση, αλλά με τον καιρό η θέληση εξαφανίζεται και μια αυτόματη λειτουργία παίρνει τη θέση της, που και τούτη πάλι πρέπει να τη σπάσει κανείς ή να την πετάξει για να εγκατασταθεί μια νέα βεβαιότητα που δεν έχει τίποτε να κάνει με τη γνώση, την επιδεξιότητα, την τεχνική ή την πίστη. Με την τόλμη φτάνει κανείς στο μυστηριώδες σημείο Χ του καλλιτέχνη, και το αγκυροβόλημα αυτό είναι εκείνο που δεν μπορεί κανείς να περιγράψει με λόγια, αλλά που ωστόσο υφίσταται και αναβλύζει μέσα από κάθε γραμμή που γράφηκε.

Μετάφραση από το αγγλικό: Γ.Κ. ΚΑΤΣΙΜΠΑΛΗΣ 

  • Σ.Σ. Ο Ρενέ Κρεβέλ (René Crevel) ήταν Γάλλος συγγραφέας και ποιητής με ενεργή δράση στο καλλιτεχνικό κίνημα του υπερρεαλισμού. Γεννήθηκε και πέθανε στο Παρίσι (1900-1935).Τα έργα του αντανακλούν ένα «πνεύμα κατατρεγμένο από την αδυναμία εξέγερσης που δεν εφησυχάζει παρά μόνο στο σαδισμό και τη βία ενώ η τρέλα, αληθινή ή επίπλαστη, αποτελεί υπέρτατη έκφραση διαμαρτυρίας».

_____________________

Πρώτη δημοσίευση: Τα Νέα Γράμματα. Μηνιαία Λογοτεχνική Επιθεώρηση. Διευθυντής: Αντρέας Καραντώνης. Χρόνος Ε΄, Αριθμός 7-12, Ιούλιος- Δεκέμβρης 1939.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΚΙ ΕΔΩ: 

Χένρι Μίλερ: Άσκησε σημαντική επιρροή στη λογοτεχνία του μεσοπολέμου

The post Στοχασμοί για το γράψιμο appeared first on Times News.

Πηγή: timesnews.gr