ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ ΜΕ ΤΙΣ ΕΙΚΟΝΕΣ
Κείμενο ΕΥΓΕΝΙΟΣ ΑΡΑΝΙΤΣΗΣ
Πρόλογος ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ

Εκδόσεις ΙΚΑΡΟΣ-Αθήνα, Νοέμβριος 1986, σ. 102, διαστάσεις 25Χ32,5

ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ ΜΕ ΤΙΣ ΕΙΚΟΝΕΣ ΣΤΟΙΧΕΙΟΘΕΤΗΘΗΚΕ ΣΤΟ ΤΥΠΟΓΡΑΦΕΙΟ ΤΟΥ ΕΠΑΜΕΙΝΩΝΔΑ ΤΑΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΥ ΚΑΙ ΤΥΠΩΘΗΚΕ ΣΤΗΝ «ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ» ΕΠΕ ΣΕ ΧΑΡΤΙ Scheufelen PHOENO-MATT 140 ΓΡΑΜΜΑΡΙΩΝ ΤΟΝ ΝΟΕΜΒΡΙΟ ΤΟΥ 1986 ΓΙΑ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟ ΤΗΣ ΕΚΔΟΤΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΙΑΣ «ΙΚΑΡΟΣ». ΦΩΤΟΓΡΑΦΗΣΗ ΕΙΚΟΝΩΝ ΜΑΚΗΣ ΣΚΙΑΔΑΡΕΣΗΣ. ΔΙΑΧΩΡΙΣΜΟΙ ΕΓΧΡΩΜΩΝ “DOT REPRO” Γ. ΚΟΚΚΟΡΗΣ- Ι. ΜΠΛΑΝΑΣ Ο.Ε. ΤΥΠΟΓΡΑΦΙΚΗ ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΒΑΣΙΛΗΣ ΔΙΟΣΚΟΥΡΙΔΗΣ. ΤΗ ΣΕΙΡΑ ΤΩΝ ΕΙΚΟΝΩΝ ΚΑΘΟΡΙΣΕ Ο ΕΥΓΕΝΙΟΣ ΑΡΑΝΙΤΣΗΣ.

ΜΠΟΡΕΙ Ο ΣΩΚΡΑΤΗΣ, ως ένα σημείο, ν’ ανιχνεύεται μέσα στον Kant, όπως ακριβώς η Σαμία Ήρα μέσα στον Αμφίονα του Laurens. Παρ’ όλ’ αυτά, ενώ η λεγόμενη καθαρή σκέψη, αργά-γρήγορα, χωνεύεται, και χάνεται, μέσα στον μεγάλο ρού του «κοινού συνειδέναι»-η λυρική, στον βαθμό που μπορεί να μετατραπεί ακαριαία σε εικόνα, διατηρεί όλα της πατρότητάς της τα ιδιαίτερα γνωρίσματα. Προβάλλεται σ’ ένα επίπεδο αφανές αλλά, για τούτο, και απαραβίαστο. Δεν επεμβαίνει κανείς εύκολα στις πτυχές μιάς Νίκης. Ανάμεσα στο ζωντανό, πιθανόν, πρότυπο και στο τελικό αποτέλεσμα συνέβη να παρεμβληθεί η φαντασία. Και η φαντασία εάν στα δέκα χάνει τα εννέα, κερδίζει πάντοτε το δέκατο: ένα τίποτα πού είναι το πάν.

Στην αντιδικία του με τον ψυχικό παράγοντα ο πρακτικός άνθρωπος βγήκε ανέκαθεν ηττημένος. Ξέφτισε μαζί με το πουκάμισό του, μακάρι να ‘τανε κι από χρυσάφι, τη στιγμή που ο άλλος, μακάρι και θεόγυμνος, ένιωσε να μεταστοιχειώνεται σε κάτι το αναντικατάστατο. Πού γι’ αυτό έγινε και η Τέχνη: για να δίνει οντότητα στο μέρος του εαυτού μας, πού άπαξ και υπήρχε έτσι, δεν μπορεί να ξαναϋπάρξει έτσι ποτέ.

Απ’ αυτή την άποψη, ολόκληρη η ιστορία της τέχνης δεν είναι παρά μία παράλληλος της ιστορίας των γεγονότων, μείον το στοιχείο της φθοράς. Μιά ιστορία με κρίκους ακατάλυτους. Γενεές θα έχαναν η μία το χέρι της άλλης, όπως τα μέλη ενός οίκου που το αίμα δεν εστάθηκε ικανό να τα συγκρατήσει, εάν από τον ένα στον άλλον αιώνα μιά, διαφορετικού είδους, συγγένεια δεν είχε δημιουργηθεί, βεβαιότατα πιό ισχυρή. Σκέφτηκε ποτέ κανείς πόσα πρώτα ξαδέρφια του della Francesca ή του Vermeer υπήρξανε ή θα υπάρξουνε, πού δεν πάτησαν μήτε θα πατήσουν ποτέ το πόδι τους στο Arezzo ή στο Delft;

Να και μια άλλη διάσταση-πολύ πιο ανθεκτική-της Δημοκρατίας.

ΤΗ ΣΑΦΗΝΕΙΑ ΣΥΝΗΘΙΖΑΝ να μας διδάσκουν οι πατέρες μας’ πολύ σωστά. Μόνο πού είχαν κατά νού τη σαφήνεια του στοχασμού, παραβλέποντας ή αγνοώντας τη σαφήνεια του συναισθήματος: όπου δεν είναι πάντοτε απαραίτητο να υπάρχει θάλασσα για να προχωρήσει ένα καράβι’ πόσο μάλλον να είναι η θάλασσα γαλάζια.

Τις φορές πού είδα μια γυναίκα να δακρύζει χωρίς αιτία, συλλογίστηκα-ίσως από την υποσυνείδητη επιθυμία να παρακολουθήσω τί γίνεται μέσα της-ότι, σε ίση μοίρα, θα μπορούσε να είναι διάφανη. Και από τότε, βλέποντας με πόση τέχνη κατάφερναν οι σπουδασμένοι ζωγράφοι, ακόμη κι οι πιό μέτριοι, να παριστάνουν διαφανή αντικείμενα μ’ έπιανε το παράπονο που κανείς  τους ποτέ δεν σκέφτηκε να κάνει μια διαφανή γυναίκα. Θα την είχα, φαίνεται, μεγάλη ανάγκη, αφού κάτι με ώθησε να πάρω μια φωτογραφία κοπέλας γυμνής, ν’ αφαιρέσω με το ψαλίδι ορισμένα τμήματα από το σώμα της και να εφαρμόσω το περίγραμμα πού μου απόμεινε πάνω σ’ ένα τοπίο.

Τα  βουνά και οι θάλασσες περνούσαν μέσα της’ ήτανε ήδη κάτι’ όχι όμως κι εντελώς αυτό που ήθελα. Έλειπε η λάμψη, το θάμβος, η προέκταση η πνευματική που αυτή-και άς φαίνεται παράξενο-με τραβούσε περισσότερο. Σκοπός μου δεν ήταν να παίξω’ ήταν να μεταγράψω την ποιητική μου σ’ ένα επίπεδο αποσπασμένο από τους ήλους του σταυρού της γλώσσας. Και μου φάνηκε, με το πείραμα που έκανα, ότι κρατούσα ίσως στα χέρια μου το κατάλληλο κλειδί. Πολλές παλιές μου ορέξεις άρχισαν σιγά-σιγά, με άλλου είδους απαιτήσεις, ν’ ανεβαίνουν από τον βυθό των ποιημάτων μου στην επιφάνεια.

Η γυναίκα-πουλί. Ακόμα καλύτερα: η κόρη-άγγελος’ ένας άγγελος θηλυκός σε όλη του τη δόξα’ με φτερούγες από κάτι άλλο, πού η ζωή δεν μας το είχε προσφέρει ως τότε: φτερούγες από θαλασσινά όστρακα. Ναι, αυτό ήταν. Να σημάνει ο συναγερμός των φυσικών στοιχείων’ ο μετεωρισμός τους στην αιθέρα της φαντασίας’ και το κατακάθισμά τους με μιά διαφορετική, απρόβλεπτη, μη ωφελιμιστική (επιμένω σ’ αυτό) επανασύνθεση.

ΝΑ ΕΙΜΑΣΤΕ ΕΞΗΓΗΜΕΝΟΙ. Δεν έρχομαι να προσκτηθώ το κλειδί πού πρώτος ο Max Ernst γύρισε, πρίν πενήντα χρόνους, για να βγάλει την Femme 100 Tetes. Τη διαφορά θέλω να δείξω ανάμεσα στον Δυτικοευρωπαίο, πού ζήτησε ν’ αντιποιηθεί την θαυματοποιία και ν’ ανεβάσει λέοντες στα κρεβάτια, χρησιμοποιώντας, εξεπίτηδες, τά πιο κακότεχνα κατάλοιπα μιάς παμπάλαιας τσιγκογραφίας’ και στον Μεσογειακό, πού κοιτάει, απεναντίας, πώς με τα πιο καλής ποιότητας φωτογραφικά επιτεύγματα τρίτων να καλύψει την δική του αμάθεια και-υποκαθιστώντας στην τέχνη την τεχνική-να προσποριστεί μια σύστοιχη προς το όραμά του εικονιστική παράσταση, με όλους, κατά τα άλλα, τους νόμους μιάς έστω και ανορθόδοξης αισθητικής.

Αφαιρουμένης της αυθαιρεσίας, όπως θα λέγαμε, ο θεωρούμενος επανέρχεται στη θέση του θεωρού. Πλην, με αρκετά μειονεκτήματα εισβάρος του. Άς τα ιδούμε.

Είναι, πρώτα-πρώτα, η εξάρτησή του η συνεχής από τα στοιχεία που διαθέτει. Ποτέ, ή σχεδόν ποτέ, η έμπνευση η αρχική δεν φτάνει στην πραγμάτωσή της’ αλλάζει «καθ’ οδόν» και, τέλος, φτάνει να διαμορφώνεται αποκλειστικά και μόνον από το υλικό πού υπάρχει. Κάποτε, είναι η αλήθεια, το στοιχείο του αυθαίρετου συμβαίνει να ξεπερνά σε ευρηματικότητα τη φαντασία’ και τότε η καταφυγή σε μια λύση απελπισίας ν’ ανεβαίνει ευεργετική. Αλλ’ αυτό είναι σπάνιο. Τις περισσότερες φορές το αποτέλεσμα είναι μια κάποια συνθηκολόγηση-αν όχι και απλή παραίτηση. Μισοτελειωμένη μου απομένει ακόμη μια σύνθεση, κατά τα άλλα πλησιέστατη στο νοητό πρότυπο, μόνο και μόνο επειδή δεν εστάθηκε δυνατόν να βρω ένα καΐκι που να γέρνει από τη δεξιά μπάντα και να ‘χει τα πανιά του ολάνοιχτα.

Ύστερα είναι οι αναλογίες. Ή αλλιώς, η διαφορά στα μεγέθη. Αν υποτεθεί ότι θέλεις να ξαπλώσεις μιά κοπέλα στον κάλυκα ενός λουλουδιού και σού τύχει μεγάλος ο κάλυκας, προχωρείς. Αν όμως προορίζεις τον κάλυκα για καπέλα ή για στολίδι στα μαλλιά της κοπέλας και τον βλέπεις να σου περισσεύει;

Τέλος, υπάρχει και το πρόβλημα του ομοιόμορφου φωτισμού. Δε γίνεται ο άνθρωπος να φωτίζεται απ’ αριστερά και το αντικείμενο που κρατάει από δεξιά. Ως και η νωπότητα και η λαμπράδα των εγχρώμων χρειάζεται, στο τύπωμα, να ‘ναι τονισμένες στον ίδιο βαθμό.

Κατά τα άλλα, οι νόμοι όλοι που ισχύουν για την ζωγραφική, πιστεύω, ισχύουν και για τις Συνεικόνες. Τα κιτρινάκια ή τα μαυράκια σε κάποιο σημείο του πίνακα να βρίσκουν το αντίστοιχό τους σε κάποιο άλλο. Οι κάθετες και οι οριζόντιες να ισορροπούν. Τα επιμέρους στοιχεία να υπάγονται στο όλον. Τα πάντα να συγκλίνουν στην τελική παράσταση.

ΚΑΙ ΙΔΟΥ ΜΙΑ ΑΚΡΑ ΗΣΥΧΙΑ. Πού, μεταφορικά μιλώντας, δεν είναι μόνον φαινόμενο ακουστικό αλλά και απόσταση. Η απόσταση η απαραίτητη για να υπάρξει μιά πιό αληθινή ζωή. Από το άλλο άκρο της εγρήγορσης, αργά, σταλάζει σαν κόμπος νερού ένα γυμνό κορίτσι. Όλοι προσέχουν τα μαλλιά του τα λυτά ως τους μηρούς. Λίγοι μόνον υποψιάζονται ότι δεν είναι παρά η έννοια του «αειθαλούς» όπως συμβαίνει να σταλάζει στην ευαισθησία του δημιουργού. Και ακόμα λιγότερο, ότι πρόκειται απλώς για την ενσάρκωση ενός ιδανικού πού, με όπλο του την Ομορφιά, ξέρει νε εκδικείται.

Να εκδικείται τί; Την απιστία μας. Πού δεν αναγνωρίζουμε το μέσα μας υπερπέραν, ενώ γεμάτοι από τις ουλές του φεύγουμε όλοι μας από τον κόσμο αυτόν μιά μέρα όπως ύστερα από έναν άτυχο έρωτα. Σκύβουμε το κεφάλι αλλά εκείνη-ποιά; η Κόρη που είπαμε-παραμένει νέα και αρυτίδωτη και ισχυρή. Κι έχει την τελευταία λέξη πάντοτε. Η αξία της η πιο μεγάλη έγκειται στον τρόπο που καθιστά αδύνατον το «αδύνατον». Δε γίνεται να μην δακρύζει ο ήλιος’ ακριβώς όπως δε γίνεται  να μην είναι ο θάνατος ένα υπερμέγεθες ηλιοτρόπιο στραμμένο καταπάνω μας.

Είναι ανάγκη ν’ ανταποκριθούμε σ’ αυτή την εχθρική θεότητα. Παρασύροντάς την με χίλιους τρόπους εκεί όπου θάλασσες και στεριές, διεισδύοντας η μία στην άλλη, σχηματίζουν μιά χώρα που είναι όλες οι άλλες μαζί και συνάμα καμιά. Βάζοντάς την να υπνοβατεί πίσω από μιάν ανεξήγητη φλόγα’ με γυμνό πόδι όπως άλλοτε ο Χριστός πάνω στα κύματα. Να περνάει ψηλά πάνω από κοιλάδες και οροπέδια και να τα ευλογεί ωσότου η θάλασσα, εξημερωμένη, να πιάσει κι εκείνη τα όρη. Χωμένη στα χόρτα, να κάνει έρωτα με μιά πεταλούδα πελώρια. Να στρώνει αποχρώσεις μωβ στα νερά μιάς θαλασσοσπηλιάς. Ν’ ανεβαίνει από τις πέτρες και να επιμηκύνεται σαν αναθυμίαση. Να κυκλοφορεί ανάμεσα σε κοπάδια ψάρια και σκουριασμένες άγκυρες όπως μες στο δωμάτιό της.

Γεγονότα ενός, αποσπασμένου από τα ημερολόγια Ιουλίου όπου κανείς δεν αναγνωρίζει τον εαυτό του- τόσο γίνονται όλα γύρω του πιστευτά. Το σφαλιχτό σπίτι καταμεσίς του πελάγου και οι τρείς Άγιοι πού κρυφομιλούνε. Με στραμμένη τη ράχη του, ένας Κούρος και, στο βάθος, κάποιο παλαιών καιρών πλεούμενο ανάμεσα σε δυό ξερονήσια. Η βοή του ανέμου και το κοριτσάκι πού την ερμηνεύει στο πιάνο. Κλειστά παντζούρια κι η ζωή όλη απόξω. Πουθενά παράπονο, πουθενά χαρά, παντού το θαύμα πού δεν έσωσε να γνωρίσουμε. Φαντασία δε πληγή αλόγου έξωθεν’ δέχεται δε την πληγήν διά του ούκ αμερούς- πού έλεγε κι ο Πλωτίνος.

ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ  1977, σελίδα 7-10. Πρόλογος του ποιητή στο βιβλίο.

ΕΙΚΟΝΕΣ

  1. Το σχισμένο γκρί (1986)
  2. Η διαγώνιος (1986)
  3. Τα φρούτα (1974)
  4. Ερημιά (1974)
  5. Παριανό (1976)
  6. Η σκιά (1972)
  7. Το κόκκινο πουλόβερ (1977)
  8. Δήλος (1967)
  9. Η μυστική φλόγα (1977)
  10. Η γυναίκα με το κερί (1966)
  11. Η γυναίκα με τα λευκά (1986)
  12. Το ζαρκάδι (1979)
  13. Η καθαρή αλήθεια (1979)
  14. Κόρη στο γυαλί (1976)
  15. Η αράχνη (1968)
  16. Ελεύθερη κίνηση (1986)
  17. Το μήνυμα (1968)
  18. Ρεμβασμός (1977)
  19. Πομπηιανό (1979)
  20. Οι δρόμοι της θάλασσας (1972)
  21. Ο Κούρος (1978)
  22. Στη θαλασσοσπηλιά (1978)
  23. Το δάπεδο (1977)
  24. Στον καθρέφτη (1986)
  25. Οπτασία (1977)
  26. Νύχτα στη θάλασσα (1986)
  27. Οι βούλες (1986)
  28. Στο πιάνο (1977)
  29. Ανάστροφο τοπίο (1967)
  30. Ο Άγγελος της Αστυπαλαίας (1966)
  31. Σύνθεση κόκκινη με ποδήλατο (1974)
  32. Άπλαστο (1975)
  33. Το ιερό δέντρο (1986)
  34. Αιγαίο (1974)
  35. Η προσφορά (1967)
  36. Η Παναγιά τα Πέλαγα (1977)
  37. Ο σταματημένος χρόνος (1967)
  38. Σύνθεση στο μπλε (1986)
  39. Αφηρημένο Α΄ (1975)
  40. Αφηρημένο Β΄ (1975)
  41. Η αόρατη πειθαρχία (1986)
  42. Η γοργόνα (1979)
  43. Εσωτερικό (1986)
  44. Όνειρο της πέτρας (1977)

          Ι

Το collage δεν είναι πρόσφατη ανακάλυψη. Το επινόησε ο Georges Braque το 1912, φτιάχνοντας το Δοχείο της κομπόστας και, λίγο  αργότερα, την Κιθάρα, τη νεκρή φύση με εφημερίδα, και τον Ταχυδρόμο. Την ίδια περίπου εποχή (1914), το Κεφάλι, ένα ωραίο, ιδιότυπο έργο μεικτής τεχνικής του Pablo Picasso αποτέλεσε, κατά κάποιο τρόπο, μια αφετηρία για την πρώιμη διείσδυση του είδους αυτού στα μυστήρια του κυβισμού.

Τελικά, το collage αγαπήθηκε από ένα πλήθος διαφορετικών μεταξύ τους καλλιτεχνών: οι ντανταϊστές το υιοθέτησαν γιατί απέδειξε πώς μπορούσε, πολύ ζωηρά, πολύ ηχηρά, και χωρίς κανένα ενδοιασμό, να πετύχει μιά πρόκληση’ οι υπερρεαλιστές είχαν μαγευτεί απ’ το απεριόριστο φάσμα των δυνατοτήτων, πού πρόσφερε, για διαστρέβλωση της συνειδητής πραγματικότητας’ ο Matisse έψαχνε να βρει σ’ αυτό τη σχέση ανάμεσα στο φως και  τα χρώμα, εκείνο το ελικοειδές ραφινάρισμα των αγνών και έντονων τόνων του μεσογειακού τοπίου, το ζωήρεμα της διαύγειας, το ελλειπτικό αραβούργημα του ροζ και του πράσινου στις χορογραφίες της εσωτερικής του ζωής’ οι πιό δραστήριοι καλλιτέχνες της pop art ίδρυσαν, σύντομα, ένα είδος Εταιρείας Απομυθοποίησης, της οποίας το collage αποτελούσε Ιδρυτική Πράξη: οι ρωγμές, το χιούμορ, η σχεδόν ενοχλητική οικειότητα των υλικών και των θεμάτων του με τις παροδικές εντυπώσεις της καθημερινής ζωής, η ιερόσυλη διάθεσή του, η σύγχυση απ’ την ανάμειξη διαφορετικών rasters- όλ’ αυτά ήταν ισχυρά και αποτελεσματικά φίλτρα για τη διέγερση που προκαλούσε σε τούτους τους ταραξίες η φωτογραφία και η διαφήμιση’ το προτιμούσαν για τις ευκολίες του και το δούλευαν, καμιά φορά, αποπάνω, με πινέλο ή άλλες τεχνικές.

Σήμερα δεν έχει ξεχαστεί. Συνεχίζει να εμπνέει, με την ανέμελη και αναρχική ιδιοσυγκρασία του, όλων των ειδών τις φάρσες και τα παιγνίδια. Υπάρχει, άραγε, κάποια μυστική σημασία, γι’ αυτούς που διαβάζουν την ποίηση με προσωπικό τρόπο, στο γεγονός ότι ο Ελύτης ασχολήθηκε με το collage; Υπάρχει μήπως, εδώ, μιά ορισμένη ποιότητα χρωμάτων και σχημάτων, χάρη στην οποία μπορεί κανείς να εμβαθύνει στο αίνιγμα της ουσίας της ποίησης, στη μουσική και στη λέξη; Πραγματικά, το είδος και το ύφος αυτής της αργοπορημένης κλίσης αποτελούν ένα ερώτημα στο οποίο θα ήθελα, μέσα σ’ αυτό το βιβλίο, να απαντήσω, με τον τρόπο μου, στηριζόμενος σε δύο υποθέσεις. Η πρώτη αφορά την ιδιοσυγκρασία του Ελύτη’ η δεύτερη, μιά ορισμένη σχέση ανάμεσα στο collage και στην ποίηση.

                ΙΙ

Αλλά τι είναι ακριβώς το collage; Με την πρώτη ματιά (και είναι αυτή πού έχει σημασία, όπως θα δούμε), καταλαβαίνουμε ότι ασκεί επάνω μας μιά έλξη ολότελα διαφορετική από κείνη της ζωγραφικής ή της φωτογραφίας. Μπορούμε, εδώ, να μιλήσουμε για μιά αναστάτωση, πού, συχνά, η πηγή της, σε ορισμένες, τουλάχιστον, υπερρεαλιστικές κατασκευές, μοιάζει με μιά ραμμένη πληγή, μ’ ένα ξεδοντιασμένο χαμόγελο, με μιά χειρονομία φρίκης ή κωμωδίας’ βρισκόμαστε μπροστά σ’ έναν αναπάντεχο κατακερματισμό, σε μιά εξάρθρωση, σ’ ένα ξήλωμα του ιστού των επιμέρους νοημάτων που διαδέχονται το ένα το άλλο πάνω σ’ εκείνο που εικονίζεται: αυτό που νιώθουμε είναι ένα κέντρισμα, ένα τσίμπημα, μιά τομή στη συνέχεια της αίσθησης, αλλά χωρίς διακυμάνσεις: σε μιά μοναδική αναλαμπή συγκίνησης βρισκόμαστε αντιμέτωποι μ’ ένα παραδοξολόγημα της μορφής.

Η ουσία της επίδρασης του έργου, που μας παρουσιάζουν εδώ, είναι η έκπληξη, η δυσπιστία, η σύγχυση, η στιγμιαία δίνη που προκαλείται απ’ το φανέρωμα μιάς αυθαιρεσίας. Ουσιαστικά, το collage είναι ένα τέχνασμα που αμφισβητεί την πείρα του βλέμματος, και άρα της συνείδησης: φτιάχνει αυτό που ούτε το μάτι ούτε η φαντασία δεν έχουν αντικρίσει ποτέ’ σκοπός του είναι να δημιουργήσει ένα στιγμιαίο, διακεκομμένο, δίχως ειρμό και συνέχεια, περιθώριο λάμψης και ιλαρότητας, ένα απότομο και άνισο κύμα απόλαυσης, απ’ την ενέργεια που απελευθερώνει το ξάφνιασμα. Λέγοντας τα πιο απίστευτα ψέματα, τολμάει να θρυμματίσει τον κόσμο και να τον ξαναφτιάξει με τα σπασμένα κρύσταλλα ενός καθρέφτη.

Το collage είναι ανήθικο, οι τρόποι του είναι βανδαλιστικοί: επιδίωξή του είναι να καταστρέψει την αληθοφάνεια, ν’ αναταράξει εκείνο το μανδύα της φυσικής συνέχειας, χάρη στην οποία το σύμπαν εξακολουθεί να στέκει στα πόδια του. Η αληθοφάνεια είναι, ωστόσο, μιά ηθική έννοια, ένα είδος θεατρικής σύμβασης για το καλό όλων’ έτσι το μυστικό της ζωτικότητας, της αιχμηρής ιδιοσυγκρασίας του collage, της ικανότητάς του ν’ ανοίγει ρωγμές στο φλοιό του αντικειμενικού κόσμου, προς μιά περιοχή ποιητικής αυθαιρεσίας, πρέπει ν’ αναζητηθεί σε μιά στάση περιφρόνησης για κείνο που το μάτι συμφωνεί ν’ αναγνωρίζει σαν φυσικό.

Το collage δεν καταλήγει, από καλλιτεχνική λεπτότητα, σε τούτη την περιφρόνηση- ξεκινάει απ’ αυτήν. Το σκάνδαλο είναι η νομοθεσία του, ο Καταστατικός του Χάρτης. (Πόσο συγκινημένοι και βιαστικοί να δράσουν θα ‘πρεπε να ‘νιωθαν οι υπερρεαλιστές μπροστά στην ύπουλη δύναμη τούτης της καινούργιας εύφλεκτης ύλης!) Ας πάρουμε τα Φρούτα (1974): μιά γυναίκα-΄Αγιος, μιά αδρή, αισθησιακή Παναγία που έχει συναρμολογηθεί με το «βίδωμα» του προσώπου μιάς ηθοποιού πάνω σε μιά ακέφαλη και φωσφορίζουσα σκιά, κλεμμένη απ’ το τέμπλο της λατρείας των Μοναχών, αποτελεί, με τρόπο σχεδόν ενοχλητικό, την παράνομη ένωση, τον ανεπίτρεπτο γάμο δύο στοιχείων, δύο νοημάτων τόσο ετερογενών, τόσο φανερά ασύνδετων μεταξύ τους, ώστε η εναπόθεση του ενός δίπλα στο άλλο να προκαλεί ένα σπινθήρα, μια ροή ενέργειας σ’ ένα πεδίο διαφοράς δυναμικού, μιά μικρή έκρηξη, ένα κραδασμό στα θεμέλια της σιγουριάς του θεατή γι’ αυτό που βλέπει.

Νιώθουμε, έτσι, ένα είδος ναυτίας, μιά μαζοχιστική επιμονή κρατά το βλέμμα κολλημένο, σαν μύγα, πάνω στη λυρική αλλά και φρικιαστική παραδοξότητα ενός πράγματος, πού, σαν την Σφίγγα, και χάρη σε μιά αλλόκοτη χειρουργική ραφή, είναι μισό αετός και μισό λιοντάρι’ το μάτι έχει δεσμευτεί απ’ την ξαφνική ανάδυση, στην επιφάνεια του κόσμου, ενός απίστευτου συνδυασμού, μπροστά στον οποίο η κοινή αντίληψη στρέφει το πρόσωπο απ’ την άλλη μεριά’ κάτι πραγματικά τερατώδες, ένα ονειρικό και αλλοπρόσαλλο κυμάτισμα νοημάτων, μιά χαραμάδα ασυνείδητου κόσμου, πού ανοιγοκλείνει, μαγνητίζει τη ματιά, της οποίας η ηδονή είναι, τελικά, η απελευθέρωση της απέχθειάς της για το συνηθισμένο.

Αλλά μήπως η ιδιαιτερότητα του collage είναι, απλώς και μόνο, το ότι λέει κάτι το ασυνήθιστο; Όχι: και η ζωγραφική έχει δημιουργήσει, με το δικό της δοκιμασμένο τρόπο, πολύ πιό ανυπόφορα πράγματα, έπιπλα με φτερούγες, γυναίκες-κιθάρες, παιδιά με σώμα ραπτομηχανής, σπίτια στο βυθό της θάλασσας, αυτοκίνητα-δέντρα, φέρετρα που κάθονται (Max Ernst)’ όσο για τη φωτογραφία, έχει επίσης μεταχειριστεί τις ταχυδακτυλουργίες των τεχνικών δυνατοτήτων του στούντιο, τις προγραμματισμένες οφθαλμαπάτες του ταμπλό βιβάν, μιά αποπλάνηση της όρασης με σκηνοθεσία και χημικές παραισθήσεις (γιρλάντες και ουράνια τόξα πάνω στο αρνητικό), με μάσκες και μεταμφιέσεις πού απαθανατίζονται σαν αποδείξεις του απροσδόκητου.

Μπορούμε, ωστόσο, να ξέρουμε ότι όλ’ αυτά τά επινοημένα θεάματα γεννήθηκαν το καθένα τους από ένα μόνο σπόρο (άς πούμε, απ’ την έμπνευση, την αρχική ιδέα του καλλιτέχνη), βλασταίνοντας στη συνέχεια όπως ένα φυτό’ η υφή τους διατηρεί μια βιολογική ομοιογένεια, οι ρίζες, τα φύλλα και τα κλαδιά αποτελούν τα ζωντανά πλοκάμια του ίδιου κόσμου-το καθετί, τα φόντα, τα σχήματα, η κίνηση, οι ανταύγειες, τα μυστήρια του σχεδιάσματος, όλα αφομοιώνεται απ’ την ίδια την κίνηση, την ίδια πρόοδο, την ίδια πρόθεση. Ο βαθύτερος, ο πρωταρχικός χαρακτήρας αυτής της ενότητας (πού είναι το στυλ) δεν μπορεί ν’ αναγνωριστεί στο collage’ το collage είναι αυτό το παράδοξο: ένα έργο δίχως ρίζες και δίχως στυλ, ένα έργο χωρίς Ιστορία, γιατί αυτό που μας αφηγείται δεν είναι η εσωτερική ανάπτυξη, η ωρίμανση, η κυοφορία, το σταδιακό φανέρωμα ενός νοήματος αλλά, αντίθετα, ένα κλάδεμα, ένα τεμάχισμα, ένα κουτσούρεμα, ένα κρύψιμο, σαν να ξεκινάει κανείς τη δουλειά απ’ το τέλος, αντίστροφα.

Δεν υπάρχει εδώ η αναπαράσταση ενός θέματος πού, χάρη στην τελειότητα της ψευδαίσθησης της σκιάς και του όγκου, γίνεται τρισδιάστατο, στολίζεται με το βάθος μιάς φαντασίας και αιωρείται έξω απ’ το κάδρο, όπως στη ζωγραφική ή τη φωτογραφία, αλλά μιά αποξήρανση, μιά καθίζηση, η υπό πίεση ανάμειξη διαφορετικών πλάνων, σ’ ένα ρεύμα παγωμένης κίνησης του φιλμ, ένα πρεσάρισμα της μιάς επιφάνειας πάνω στην άλλη, ένα πατίκωμα όπως στις χαλκομανίες. Έτσι δεν μπορούμε, παρά μόνο πολύ αμυδρά, και χωρίς αποδείξεις, ν’ αναγνωρίσουμε στο collage μιά τεχνοτροπία, ειν’ ένα έργο πού δεν ρίχνει σκιά’ το πολύ-πολύ να διαπιστώσουμε μιά επανάληψη από συμπτώσεις του υλικού (άγγελους, κήπους και γυμνές γυναίκες, στον Ελύτη).

Αυτή η δυσκολία στην επαλήθευση της πατρότητας του έργου, η έλλειψη όγκου, η απουσία παρελθόντος, κάνει, επίσης, να μεταβάλλεται το είδος της εμπειρίας του να κοιτάζεις ένα collage: δεν υπάρχει εδώ καμία σχέση με το συναίσθημα πού μεταδίδουν οι άλλες εικόνες. Αν στη ζωγραφική, αν στη φωτογραφία πρέπει να εμβαθύνουμε στο έργο, βαθμιαία, με προσπάθεια που χρειάζεται κόπο, αγγίζοντας ένα ευρύ απόθεμα ευαίσθητων ουσιών πού αλλοιώνονται με το χρόνο, αν χρειαζόμαστε, με δυό λόγια, μιά προθεσμία για να διορθώσουμε τις εντυπώσεις μας, στο δρόμο προς την τελική ανταμοιβή, μπροστά στο collage ακολουθούμε μιά αντίστροφη διαδρομή: το collage είναι η τέχνη του ενός και μοναδικού σόκ, προκαλεί ένα αυθεντικό ξάφνιασμα, ένα ενοχλημένο πετάρισμα των βλεφάρων, το στιγμιαίο αλληθώρισμα της πρώτης ματιάς μπροστά σε κάτι πού μοιάζει απίστευτο.

Η συνέχεια δεν ενδιαφέρεται να οξύνει την παρατηρητικότητα και να υποσχεθεί οποιαδήποτε επίγνωση’ ο αντίλαλος της αστραπής σβήνει αργά και μονότονα σαν μιά ηχώ πού απομακρύνεται. Το collage πιστεύει στο  σατόρι, όχι στην εκμάθηση. Υπάρχουν μήπως, εδώ, εκείνες οι παλίρροιες, τα πέπλα της σκιάς, το κρυμμένο υπεριώδες φως, τα στροβιλίσματα της υποψίας κάποιου βάθους όπου τα συναισθήματα δεν διακρίνονται καθαρά, όλα εκείνα τα αινίγματα της λεπτομέρειας που εμπλουτίζουν την απόλαυση της ζωγραφιάς;

Υπάρχει, μήπως, η διάχυση, στη συνείδηση, εκείνης της ανταύγειας κάποιου πράγματος που έχει πεθάνει με το ν’ ακινητοποιηθεί για πάντα, και που η ομορφιά του είναι η μελαγχολία του να ξέρουμε ότι υπήρξε, όπως συμβαίνει με τη φωτογραφία; Τίποτα απ’ όλ’ αυτά! Ολόκληρη η ζωή του έργου κρέμεται απ’ το εύθραυστο νήμα της σχέσης, πού αποκαλύπτεται ξαφνικά, ανάμεσα σε τούτες τις απλοϊκά και άσπλαχνα ευνουχισμένες και ξεκομμένες απ’ το παρελθόν τους λεπτομέρειες: είναι αποκλειστικά απορροφημένη απ’ την παραδοξότητα της συνύπαρξής τους και καθόλου, ή ελάχιστα, απ’ αυτές τις ίδιες. Η γοητεία συσσωρεύεται στην πρώτη δόνηση, η κορυφαία στιγμή του κοιτάγματος είναι ακριβώς η αρχική, σαν να διαβάζουμε ένα κείμενο που ξεκινά απ’ το τέλος, σα να μάς παρουσιάζουν ένα λυμένο σταυρόλεξο. Το collage, παρότι φτάνει συχνά σε αδιαφιλονίκητα καλλιτεχνικά αποτελέσματα, παραμένει ένα παιχνίδι, ένα τρύκ, όπως το καλειδοσκόπιο, το πάζλ, και οι μαγικές εικόνες.

               ΙΙΙ

Ένα παιγνίδι! Πώς μπορεί κανείς να μη σκεφτεί κάτι τέτοιο για το collage! Προέρχονται, άραγε, ακόμα και οι πιό ανεπτυγμένες μορφές του απ’ τον εμπλουτισμό και την επιδέξια χρήση μιάς τέχνης για παιδιά, ενός αποτελεσματικού παιδαγωγικού ευρήματος, μιάς εφαρμογής της δυνατότητας να εντρυφήσει κανείς στις περιπλοκές, παίζοντας με κόλλα και χαρτί; Μήπως οι τέχνες, εκείνες που πρόθεσή τους ήταν να φτάσουν στο άκρο μιάς επινόησης, το Dada, η δίχως ήχο μουσική των λετριστών, η pop art, η Συγκεκριμένη Ποίηση, δεν έμοιαζαν να είναι πιστές σε τούτο το πρόσχημα του παιχνιδιού; Ξέρω πώς ένα σωρό πρωτοποριακά έργα τέχνης φτιάχτηκαν τη στιγμή που ο καλλιτέχνης υπέκυψε στην επιρροή της υποψίας ότι είχε ξαναγίνει παιδί.

Χωρίς να θεωρώ, καθόλου, τα έργα που παρουσιάζω εδώ σαν αφελή ή παιδαριώδη, έχω συχνά σκεφτεί πώς ίσως ήταν, πραγματικά, ο παιδικός εαυτός του Ελύτη, ο αντίλαλος των ρεμβασμών ενός αγοριού μπροστά στο κουτί με τις νερομπογιές και τα σύνεργα της χαρτοκοπτικής, ένα υπόλειμμα νοσταλγίας για τις ευαισθησίες της ενασχόλησης με τους γρίφους, η ζωντανή ανάμνηση μιάς πρώιμης επιδεξιότητας στο μαστόρεμα των εικόνων, αυτό που ενέπνευσε, αρχικά, την επιθυμία του να κατασκευάσει, κολλώντας χαρτιά πάνω σε άλλα χαρτιά, έναν κόσμο στραμμένο προς τις ονειροπολήσεις της εφηβείας. Το σκεφτόμουν αυτό γιατί με ικανοποιούσε, γιατί έβρισκα πολύ ταιριαστό και πολύ φυσικό ότι τούτος ο ανορθόδοξος άθλος του πνεύματος ήταν, στην πραγματικότητα, δουλειά των χεριών.

Πόσο πιό κοντά στο collage έμοιαζε να βρίσκεται, με μιά πρώτη ματιά, εκείνο το νεκρό παιδί, το ενταφιασμένο μέσα στο κορμί ενός σοβαρού ενήλικου, απ’ ό,τι στην ποίηση! Δεν απορούσα πού αυτός ο εύθυμος αναβρασμός κάτω απ’ τη λάμπα του ατελιέ το παρακινούσε ν’ αναστηθεί. Η αδιάκοπη ψηλάφιση της ύλης, το τεμάχισμά της, αποτελεί μιά μέθοδο για να την υποτάξουμε-είναι, άρα, μιά σχολή μαγείας. Το με πόση αγάπη, σχεδόν ζηλόφθονη, με τί έρωτα για τη μοναξιά του, θα έπρεπε να είχε ξεκινήσει ένας ενήλικος-παιδί τούτη την περιπέτεια, μπορούμε να το κρίνουμε απ’ τις ανταμοιβές του, πού η φύση τους συμφωνούσε, ακριβώς, με μιά διακριτική προσκόλληση στα φετίχ της παιδικής ηλικίας.

Μήπως δεν ήταν φανερό πώς αναβλύζει μιά σαρκική ηδονή, μιά παραίσθηση δύναμης, ένα ευχάριστο ανατρίχιασμα πού έμοιαζε με ντροπή, απ’ την επαφή με την ύλη, απ’ τά λοξοκοιτάγματα των δοκιμών (η φινέτσα της δουλειάς ενός ράφτη) πρίν κολληθούν οι ψηφίδες, απ’ το τεμάχισμα του χαρτιού, απ’ την οσμή της κόλλας, απ’ το σκίσιμο των σελίδων, απ’ το άπλωμα της μιάς επιφάνειας πάνω στην άλλη, απ’ το φτερουγιστό ψαλίδισμα του ντεκουπάζ γύρω από αδιόρατες προεξοχές πού επέμεναν, πολύ ενοχλητικά, να παρασιτούν στο κομμένο σώμα, διατηρώντας μιά τρίχα, μιά ίνα απ’ το παλιό τους φόντο;

Δεν αμφιβάλλω πώς όλ’ αυτά τα ξόρκια, όλ’ αυτά τα χημικά μυστήρια της επάλειψης, όλ’ αυτά τα ζίγκ ζάγκ και τα τρεμουλιαστά πρελούδια του ψαλιδιού πρίν αρχίσει να κόβει, είναι ικανά ν’ αναστυλώσουν τη βαθύτερη πεποίθηση ενός παιδιού ότι μπορεί να ξαναφτιάξει τον κόσμο ξεκινώντας απ’ το τίποτα. Τί ευνοϊκό πεπρωμένο για την αδυναμία του ποιητή, για τη νεύρωσή του, για τη θεμελιακή ιδιότητα πού του αποδίδει η αστική ιδεολογία, αλλά και η κοινή γνώμη, για εκείνο τον άχαρο ρόλο του παιδιού-θαύματος, ακριβέστερα «του παιδιού πού το εξόρισαν βίαια απ’ την παιδική ηλικία του» (Sartre)!

Το φάσμα της μετάλλαξης ενός ανθρώπινού είδους όπου εφηβεία και ιδιοφυΐα συμβαδίζουν, το πρώιμο ηλιοβασίλεμα μιάς ζωής ναυαγισμένης, απ’ τη στιγμή της σποράς της, μέσα σε ψευδαισθήσεις- όλ’ αυτά δεν βρίσκουν, άραγε, στο παιχνίδι, στο χόμπυ, στο ξεγέλασμα της κοσμιότητας που περιβάλλει την πράξη του γραψίματος, σ’ εκείνες τις αφύσικες κλίσεις πού μπορούν να οδηγήσουν ακόμα και στην απομάκρυνση απ’ την ίδια την ποίηση (πολύ χαρούμενος, πολύ αναστατωμένος, ο Rimbaud είχε αρχίσει να σκαρώνει στο μυαλό του ένα φιλελεύθερο Σύνταγμα), δεν βρίσκουν, λέω, άραγε ένα φάρμακο για κείνο το αθεράπευτο έλκος πού προκαλεί, με τον καιρό, την ψυχή, η αλαζονεία του να ξέρεις ότι είσαι διαφορετικός, ότι είσαι υποχρεωμένος να υφαίνεις αδιάκοπα με λέξεις έναν κόσμο πού δεν είναι αληθινός;

Κοιτάζω, καμιά φορά, τούτες τις εικόνες, περισσότερο για να νοιώσω ένα ευχάριστο ρίγος ανησυχίας στη ρίζα της πεποίθησης πού τρέφω για τις λεγόμενες αισθητικές αξίες παρά για οποιονδήποτε άλλο λόγο. Τις κοιτάζω από την όχθη της συγκίνησης (μιά αίσθηση απόλυτης κυριαρχίας του ταλέντου πάνω στα φυσικά μυστήρια, στην εκτίμηση της οποίας μ’ αρέσει να υπερβάλλω) πού μού μεταδίδουν το Φωτόδεντρο και οι Τύψεις. Εκείνο που βλέπω εδώ με μπερδεύει’ η απόσταση είναι μεγαλύτερη απ’ αυτήν που μπορούν να καλύψουν οι ιδιαιτερότητες μιάς βιογραφίας με τον τρόπο πού εγώ τις αντιλαμβάνομαι και τις συγχωρώ’ μού είναι δύσκολο ν’ ακολουθήσω αυτή την κίνηση απ’ τη σοβαρότητα και τη δύναμη που διαποτίζουν, μέσα μου, την ιδέα της ποίησης, προς το χαρούμενο κι απρόσεχτο παιγνίδι μ’ αυτές τις φιγούρες πού ξέρω πώς έχουν συγκεντρωθεί ύστερα από μιά προσεχτική λεηλασία περιοδικών και βιβλίων.

Καταλαβαίνω λοιπόν, πώς άρχισα να τις αγαπώ (τούτες τις εικόνες) μόνο και μόνο για να υπερνικήσω μιά προκατάληψη εναντίον τους, πού την ενθάρρυνε η εκτίμησή μου για το ταλέντο, στην ποίηση, εκείνου πού τις έφτιαχνε’ στο τέλος, έμοιαζε σαν η κρίση μου γι’ αυτές να επιχειρούσε να διανύσει την κίνηση του Ελύτη αντίστροφα’ δεν ένιωθα πώς τα collages μου άρεσαν επειδή είχαν φτιαχτεί απ’ τον Ελύτη, αλλά πώς ο Ελύτης μού άρεσε επειδή έφτιαχνε collages. Το γεγονός ότι εγκατέλειπε, προσωρινά, την ποίηση σφυρηλατούσε γύρω της μιά ηθική πανοπλία, όπως συμβαίνει με όλα τα πράγματα και τα πλάσματα πού εγκαταλείπουμε, την ενίσχυσε με μιά αξία σπανιότητας, την μετακινούσε απ’ το κέντρο του κόσμου (όπου την είχα τοποθετήσει) ρίχνοντάς την σ’ ένα περιθώριο νόμιμης μοίρας, σαν οι δύο ερωμένες του καλλιτέχνη, η εικόνα και η γλώσσα, να διαιρούσαν τη ζωή του στα δύο, κι έτσι, η καθεμιά απ’ αυτές να ήταν περισσότερο περιζήτητη απ’ το ήμισυ που ανήκε στην άλλη.

Πολύ αργότερα σκεφτόμουν τί ήταν αυτό πού η ποίηση μπορούσε να ζηλέψει απ’ την εικόνα, αφού καταλάβαινα σιγά-σιγά τί είχε κλέψει η εικόνα από την ποίηση (κι αυτό ήταν ένας τρόπος συγκρότησης, ένα είδος σπονδυλικής στήλης). Ξαναγύριζα, λοιπόν, στην έννοια του παιχνιδιού, στην ελεύθερη και ανέμελη χρήση ενός φάσματος από αμφίβολες αλλά ελκυστικές δυνατότητες για αναπαράσταση του κόσμου μέσα σ’ ένα μοναδικό βλέμμα. Ωστόσο, το ύφος αυτού του κόσμου είχε εξομαλυνθεί απ’ την ευγένεια της πρόθεσης, ήταν εκλεπτυσμένο και αβρό. Διέκρινα, μήπως, καμιά σχέση με τον κόσμο των υπερρεαλιστών; Πολύ αμυδρά. Δεν υπήρχαν υπερβολές, ακρότητες, απόπειρες παρωδίας ή συνδυασμοί που σκοπός τους ήταν ν’ αναμοχλεύσουν μέσα στο βλέμμα του τον τρόμο.

Ο Ελύτης έριχνε πάνω σε τούτη την τέχνη της ασυνταξίας και του ξαφνιάσματος μιά χροιά ηπιότητας: μιά ρυτίδα, μιά διακύμανση λογικής σχέσης, διαπερνούσε το καθετί. Όπως συνέβαινε και με τον υπερρεαλισμό στην ποίησή του, πού ήταν όλο και λιγότερο υπερρεαλισμός, όλο και λιγότερο παραμιλητό, καταλήγοντας σε μιά αιώρηση από σπινθήρες που έλαμπαν κι έσβηναν σ’ ένα δικό τους βάθος, χωρίς να αλλοιώσουν τη ροή του νοήματος στην επιφάνεια-έτσι και τα collages έτειναν στο να είναι όλο και λιγότερο  collages, όλο και περισσότερο γνώριμες όψεις της πραγματικότητας.

Εκείνο το σόκ, που ήξερα πώς αποτελούσε την ουσία του collages, έφτανε στην εικόνα μόνο σαν μιά μακρινή ηχώ ανησυχίας, σαν την απροσδιόριστη υπενθύμιση του ότι αυτό που έβλεπα δεν υπήρχε στ’ αλήθεια, αλλ’ αποτελούσε ένα τρόπο να ονειρευτεί κανείς, εντατικά, μιά πολύ πυκνή στιγμή της δικής του εσωτερικής ζωής. Αυτή η τελευταία ήταν, όμως, και δική μου: βρισκόμουν σ’ έναν κόσμο παραισθήσεων-ναι!-, αλλά παραισθήσεων πού κατανοούσα το νόημά τους (ένα νόημα φιλικό) και πού έπειθαν την εντύπωσή μου να αφεθεί και να προχωρήσει στο βυθό τους, γιατί αναγνωρίζει εκεί τον εαυτό της.

          ΧΙ

Η προσπάθειά μου είναι μόνον η σκιά μιάς προσπάθειας. Πώς να τελειώσω αυτό το κείμενο που παλινδρομεί αντί να κυλάει; Δίχως αμφιβολία, είναι ανολοκλήρωτο’ βλέπω σ’ αυτό τη ραχοκοκαλιά ενός βιβλίου πού δεν θα γράψω ποτέ. Αποκαλύφθηκε ο σκοπός του; Μέσ’ απ’ τις ρωγμές πού ανοίγουν εδώ κι εκεί, πάνω στην επιφάνειά του, οι υπερβολές, οι παρεμβολές, οι νύξεις κάποιου άρρητου θέματος, η μηρυκαστική επανάληψη ορισμένων σημείων, οι συγκεχυμένες μεταφορές, οι μικρές αστραπές λυρισμού, διακρίνω τις ανερχόμενες φυσαλίδες ενός νοήματος.

Τούτο το νόημα δεν είναι θεωρητικό, αισθητικό, αναλυτικό κ.λ.π., είναι μάλλον το νόημα μιάς βιολογίας: μ’ ενδιέφερε ο τρόπος που γεννιόταν και ζούσε ένα έργο, όχι η αξία του, γιατί αυτός (ο τρόπος) σημάδευε το είδος της επιρροής που (το έργο) ασκούσε επάνω μου.

Σκοπός μου δεν ήταν να αξιολογήσω το αποτέλεσμα ούτε να εμβαθύνω στη σημασία του, αλλά να παρακολουθήσω την ανάπτυξή του, στις σπείρες και τις πτυχές της οποίας η δική μου συγκίνηση έβρισκε την ηχώ μιάς γνώριμης παρουσίας. Επιδιώκοντας να καταλάβω πώς ένιωθε ο Ελύτης φτιάχνοντας αυτές τις εικόνες, τί προσπαθούσε να πετύχει, τί εντυπώσεις του δημιουργούσε το τελειωμένο έργο, ποιούς δισταγμούς ξεγελούσε με την επιμονή του, ποιά λογική χορδή της συνείδησής του άγγιζε, με το πλοκάμι του τελικού προϊόντος, αυτή η παρέκκλιση απ’ την ποίηση, επεδίωκα, στην ουσία, ν’ αναλύσω μιά έλξη, να φωτίσω, με αναλαμπές, μιά περιοχή της δικής μου συναισθηματικής εφηβείας, εκείνη πού ήταν παραδομένη στα ερωτήματα και στους ρεμβασμούς.

Τά collages με παραξένευαν, με γοήτευαν χωρίς να ξέρω γιατί: είχα, άραγε, το δικαίωμα να κουράσω τον αναγνώστη παριστάνοντας τον εξομολογητή του ίδιου του εαυτού μου, τον οποίο παρουσίαζα, τόσο εγωιστικά, σαν ένα πρώην-φαντασιόπληκτο, σαν ένα συνταξιοδοτημένο παιδί; Αυτό που επιθυμούσα δεν ήταν να εξηγήσω το έργο, αλλά να ξετυλίξω την Ιστορία του, πού το νήμα της είχε αφήσει μιά αδύναμη γραμμή από φως, μιά ρωγμή γαλάζιου και πράσινου, πάνω στην αμμουδιά της δικής μου ζωής. Έκανα ίσως, με τον τρόπο ενός συγγραφέα, τη δουλειά ενός κριτικού. Δεν έχει, ωστόσο, παρά ελάχιστη σημασία, γιατί το περιεχόμενο του βιβλίου δεν είναι το κείμενο αλλά οι εικόνες’ ο τρόπος με τον οποίο προσφέρεται δεν είναι η ανάγνωση αλλά το ξεφύλλισμα.

Θα ‘θελα η λοξοδρόμηση της ματιάς στο κείμενο να είναι η συνεχής υπενθύμιση μιάς παρήχησης, μιάς συγγένειας ανάμεσα σε δυό προσπάθειες που η μιά προηγείται της άλλης, χωρίς να την αγνοεί: αυτός ο αβρός παραλληλισμός, αυτή η ταιριαστή κίνηση, εμψυχώνει το βιβλίο, τροφοδοτεί την ουσία του, το βαθύτερο νόημά του. Η μοναξιά του καλλιτέχνη δεν είναι, άραγε προκαταβολικά τροφοδοτημένη με τη φαντασίωση της ύπαρξης ενός κατάλληλου δέκτη, με την υπόθεση της παράλληλης και αόρατης ζωής ενός αναγνώστη ή ενός θεατή, μέσα στη συνείδηση του οποίου θα πέσει ο αντίλαλος του έργου σαν ένας υγιής σπόρος σε εύφορο έδαφος; Αυτή τη χροιά υποθετικής δικαίωσης ενός πράγματος που αγάπησα, αυτή την αμφίβολης αντοχής πανοπλία, πού την σφυρηλατώ πάνω στην υπόμνηση μιάς ασυνείδητης οικειότητας ανάμεσα σε δυό ζωές, θα ‘θελα να προσφέρω σε τούτες τις εικόνες με το γραφτό που τελειώνω εδώ, και πού συνεχίζω να το δικαιολογώ, παρότι ξέρω ότι κινείται διστακτικά και τρικλίζοντας κι ότι μετά βίας σηκώνει το βάρος απ’ τα φτέρα και το εντυπωσιακό του λοφίο.

ΕΥΓΕΝΙΟΣ ΑΡΑΝΙΤΣΗΣ,

Από το βιβλίο ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ, ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ ΜΕ ΤΙΣ ΕΙΚΟΝΕΣ, εκδόσεις ΙΚΑΡΟΣ ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ-Αθήνα 1986.

Ελάχιστα:

Το και από αισθητικής απόψεως εξαιρετικό βιβλίο του κριτικού και συγγραφέα, αρθρογράφου κυρίου Ευγένιου Αρανίτση,-σταθερού συνεργάτη της παλαιάς απογευματινής δημοκρατικής εφημερίδας «Ελευθεροτυπία»- νομίζω, είναι μία από τις καλύτερες μελέτες και αναλύσεις για το ποιητικό έργο του νομπελίστα μας ποιητή που έχουν δημοσιευτεί, αλλά και ιδιαίτερα, για το εικαστικό του σύμπαν.

Τα περίφημα Collages του, που τις παλαιότερες δεκαετίες είχαν εκτεθεί σε αίθουσα τέχνης της Αθήνας και είχαμε παρακολουθήσει. Είναι αν θέλετε, το μοναδικό και το πλέον ορθό «λοξοδρόμισμα» «ξεφυλλίσματος» του διττού έργου του Οδυσσέα Ελύτη. Η γλώσσα του Ευγένιου Αρανίτση είναι εκπληκτική καθώς και το εικαστικό το βλέμμα. Τα συμπεράσματά του και η ιδιαίτερη εικαστική του ματιά, αρθρώνουν θα γράφαμε, μια μορφή βιωμένης θεωρίας περί ποιήσεως. Και ακόμα, μια ποιητική περί της ελληνικής εκδοχής της τέχνης του κολάζ.

Καθόλου δυσνόητος ο λόγος του, καθόλου περίπλοκος και καθόλου σκοτεινός. Η κρυστάλλινη διαύγεια και η μυστική σαφήνεια του έργου του Οδυσσέα Ελύτη όπως μας το κληροδότησε, ένα έργο, μια γραφή μια σκέψη και ένα βλέμμα, προερχόμενα από τις αρχαίες ποιητικές καταβολές του ελληνικού λόγου και αισθητικής, έρχονται και δένουν με το εσωτερικό βλέμμα ανάλυσης του Ευγένιου Αρανίτση με το οποίο εξετάζει τις εικαστικές συνθέσεις του ποιητή.

Είναι σαν να έχουμε μια «μυστική» αλλά ταυτόχρονα μυητική συνομιλία μεταξύ δύο ελλήνων «μυστών», που δεν προέρχονται από την αρχαία ιστορία αλλά περιμένουν να μας υποδεχτούν στο ιδιαίτερο ελληνικό «Δωμάτιο» του μέλλοντος. Ένα «Δωμάτιο»- Ποιητικό Σύμπαν γεμάτο μάγια και θαύματα. Είναι μια συνομιλία δύο έκπληκτων παιδιών που αποφάσισαν να εξερευνήσουν μαζί το παιχνίδι της θεώρησης της ζωής.

Η φωτεινότητα των συνθέσεων των collages του Οδυσσέα Ελύτη, αυτό το εσωτερικό φως της αίσθησης του κόσμου,-του έλληνα ανθρώπου, (είτε είναι ένας απλός ψαράς ενός μικρού νησιού του αιγαίου πελάγους, είτε είναι ένας ξεχασμένος αλειτούργητος άγιος, μια αρμυρισμένη σκελετωμένη βυζαντινή μορφή χαραγμένη στους ασβεστωμένους τοίχους ενός εξωκκλησιού) έρχεται και φωτίζει εσωτερικά το λόγο του Ευγένιου Αρανίτση. Η μάλλον, η Ελυτική αφή του κόσμου και αίσθηση, η σταθερή ψηλάφιση του ποιητή πάνω στις πληγές της Ομορφιάς, όπως την αισθάνεται και την βιώνει, νοτίζει  την σκέψη και την γραφή, το προσωπικό ύφος του Αρανίτση.

Ο λόγος του Ευγένιου Αρανίτση είναι σύγχρονος, μοντέρνος, διακρίνεται για το πλούσιο λεξιλόγιό του, για την καθαρότητα των νοημάτων του. Οι έντεκα ενότητες του κειμένου του Αρανίτση δένονται αρμονικά και ισορροπημένα μεταξύ τους, χωρίς να επικαλύπτουν η μία την άλλη και δίχως να υπερτερεί η μία της άλλης. Είναι σαν να έχουμε μπροστά μας ένα περιδέραιο με ισάξιας αξίας και λαμπρότητας πέτρες που κοσμούν τα κολάζ του Ελύτη.

Ο Ευγένιος Αρανίτσης δεν αποφαίνεται σαν ειδικός, δεν κατηγοριοποιεί τα κολάζ σαν τεχνογνώστης, ούτε τα ταξινομεί σαν τεχνοκριτικός για να μας τα παρουσιάσει στο χρηματιστήριο εμπορίου της Τέχνης και της Ποίησης. Ο πολύ νεότερος του ποιητή σύγχρονος κριτικός, προσπαθεί να καταλάβει, όπως σημειώνει στο IV κεφάλαιό του σελίδα 33, «τούτες τις εικόνες, την εποχή πού τις πρωτοείδα, γινόμουν, με τη φαντασία μου, εκείνος στον οποίο απευθυνόταν χωρίς ο ίδιος να το θελήσει» και συνεχίζει: «παρασυρόμουν απ’ το αόριστο καθήκον να κατακτήσω την ψευδαίσθηση μιάς οικειότητας’ ο δρόμος μου, όμως, φωτιζόταν από μιά αστραπή επιφύλαξης, γιατί ένιωθα μοναξιά μπροστά σε κάτι πού μου φαινόταν ωραίο δίχως να ξέρω γιατί’ ο ευχάριστος κίνδυνος του να έρθω, δίχως εφόδια, σε επαφή με μιάν άγνωστη γλώσσα με μεταμόρφωνε σ’ ένα φάντασμα των γνώριμων μέχρι τότε αισθητικών απολαύσεων, σκόρπιζε μέσα μου την τρυφερότητα αλλά και μιά ανατριχίλα πιο σκοτεινή και πιο επιθυμητή κι απ’ τη μυρωδιά του χαρτιού των παλιών βιβλίων.».

Και αυτήν την μυστική ανατριχίλα της τέχνης του ποιητή, αυτή τη νοερή μεταμορφωτική των αισθήσεών μας όραση του «ζωγράφου», Οδυσσέα Ελύτη είναι που μας φανερώνει με το Κείμενό του ο Ευγένιος Αρανίτσης. Μια ευτυχή κοινή συμπόρευση δύο ελλήνων ευαίσθητων, καλλιεργημένων δημιουργών, που προτείνουν σε εμάς τους αναγνώστες να τους ακολουθήσουμε.

Η κρίση αυτή της πανδημίας θα περάσει, με ή χωρίς την δική μας υπευθυνότητα, την προσωπική μας στάση ευθύνης απέναντι στους συνανθρώπους μας. Όταν γίνει και αυτή μια ανάμνηση, ας αγοράσουμε το βιβλίο και ας το διαβάσουμε, ας το ξεφυλλίσουμε, μπορεί να μας κάνει ωριμότερους στην επόμενη πανανθρώπινη κρίση.

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πειραιάς, 20 Μαρτίου 2020

ΥΓ. Οφείλουμε να αναγνωρίσουμε ότι είμαστε τυχεροί σαν Έλληνες που αυτήν την δύσκολη στιγμή για την χώρα και εμάς τους κατοίκους, έχουμε μια υπεύθυνη και αποφασιστική και σοβαρή κυβέρνηση. Έναν υπεύθυνο πρωθυπουργό, που δεν δεσμεύεται από ιδεολογικές συνιστώσες. Όπως επίσης, οφείλουμε να αναγνωρίσουμε στην προηγούμενη κυβέρνηση, ότι έπραξε ορθά, αφήνοντας κρατικό πλεόνασμα στους παρόντες κυβερνήτες έτσι ώστε, να μπορούν να διευθετήσουν ευκολότερα τα τωρινά οικονομικά αδιέξοδα. Είτε αυτά αφορούν το πρόβλημα στον Έβρο είτε την επιδημία του Κορωνοϊού.

Μένουμε σπίτι συνέλληνες και συνελληνίδες, άστε τα γιούρια, τον αέρα, και τα νοερά έπαθλα για του χρόνου, που θα εορτάσουμε τα 200 χρόνια της εθνικής παλιγγενεσίας. Δεν χρειάζεται να μας το πει ο πειραιώτης ηθοποιός και παρουσιαστής κύριος Σπύρος Παπαδόπουλος. Ας περιμένουν τα ραπανάκια.

The following two tabs change content below.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΑΛΟΥΡΔΟΣ

Ο Γιώργος Μπαλούρδος γεννήθηκε στον Πειραιά. Έχει εκδόσει τα εξής βιβλία: “Άσμα ασμάτων – Τάκης Σινόπουλος” (δοκίμιο, 1990), “Ολίγη Λίβας” (ποίηση 1998), “Μυρτιώτισσα”, επιμέλεια, παρουσίαση Γ.Μπαλούρδος (2002). Δοκίμια, κριτικές λογοτεχνίας και μελέτες του έχουν δημοσιευθεί στα εξής περιοδικά: Διαβάζω, Πόρφυρας, Μανδραγόρας, Ο Πολίτης, Κυμοθόη, Επτανησιακά Φύλλα, Οδός Πανός, Αιολικά Γράμματα, Πειραϊκά Γράμματα, Φιλολογική Στέγη, Κ.ΛΠ., Η Γραφή, Μικροφιλολογικά και σε πολλά άλλα καθώς και σε διάφορές εφημερίδες.


Πηγή: timesnews.gr