ΚΑΤΑ ΤΗ ΔΙΑΡΚΕΙΑ τού τηλεοπτικού παιχνιδιού υπό τον τίτλο Ρουκ-Ζουκ που προβλήθηκε τις ημέρες των Χριστουγέννων στο εορταστικό πρόγραμμα τού σταθμού Antenna και στο οποίο συμμετείχαν οι βασικοί πρωταγωνιστές τού σίριαλ “Άγριες Μέλισσες”, η παρουσιάστρια Ζέτα Μακρυπούλια αφού πρώτα διάβασε τον ορισμό τής αρχαίας τραγωδίας από την “Ποιητική” τού Αριστοτέλη, στην συνέχεια με πομπώδες ύφος αποκάλυψε στους τηλεθεατές ένα εφτασφράγιστο καλλιτεχνικό μυστικό: δήλωσε ότι οι δημιουργοί τού εν λόγω σίριαλ (το οποίο, σημειωτέον, έχει καταρρίψει κάθε ρεκόρ θεαματικότητας με πάνω από δύο εκατομμύρια τηλεθεατές να παρακολουθούν καθημερινά κάθε επεισόδιό του), έγραψαν τα σενάριά τους έχοντας ως βασικό τους πρότυπο τα έργα τής αρχαίας ελληνικής τραγωδίας!

Και για να μη μείνει κάποια σκιά στη δήλωσή της, αλλά και για να εμπεδώσουν καλύτερα οι τηλεθεατές την αποκάλυψη τού μυστικού της, η παρουσιάστρια προχώρησε σε κάποιες απαραίτητες διευκρινίσεις, αναλύοντας και τις αντιστοιχίες των ρόλων. Έτσι μάθαμε ότι η πρωταγωνίστρια στις “Άγριες Μέλισσες” Ελένη Σταμίρη (την οποία υποδύεται η Μαρία Κίτσου) είναι η Αντιγόνη, ο Δούκας Σεβαστός (Λεωνίδας Κακούρης) είναι ο Κρέων, η Μυρσίνη Σεβαστού (Κατερίνα Διδασκάλου) είναι η Κλυταιμνήστρα, ενώ ο Λάμπρος Σεβαστός (Δημήτρης Γκοτσόπουλος) είναι ο Αίμων!

Δύο πράγματα προκαλούν εντύπωση σε τέτοιου είδους δημόσιες συμπεριφορές. Η αβάσταχτη ελαφρότητα με την οποία προσεγγίζονται από τηλεοπτικού άμβωνος θεμελιώδη ζητήματα τής Τέχνης. Και βέβαια το απύθμενο θράσος (που στην προκειμένη περίπτωση αγγίζει τα όρια τής ύβρεως) να συγκρίνονται εντελώς ανόμοια είδη. Διότι είναι ύβρις να επιχειρεί κανείς να συγκρίνει αβρόχοις ποσί την αρχαία ελληνική τραγωδία με ένα θεατρικό έργο ή ένα τηλεοπτικό σίριαλ, όσο καλογραμμένο και από εμπορικής απόψεως επιτυχημένο να είναι το τελευταίο. Για τον απλούστατο λόγο ότι οι ήρωες τής αρχαίας τραγωδίας δεν είναι θεατρικοί χαρακτήρες ή πολλώ μάλλον “άνθρωποι τής διπλανής πόρτας”. Είναι αρχέτυπα τού ανθρώπινου είδους με διαχρονική ισχύ, τα οποία εμπνέουν απεριόριστο σεβασμό και δέος από αρχαιοτάτων χρόνων, σε κάθε πολιτισμένη ανθρώπινη ύπαρξη που κατοικεί στη γη.

Ωστόσο, το παραπάνω παράδειγμα (ακραίο οπωσδήποτε στη μορφή του), δείχνει με τον πιο απτό τρόπο πόσο βαθιά είναι ριζωμένο, έκπαλαι, στην ιδιοσυγκρασία τού Νεοέλληνα το στοιχείο τής υπερβολής. Αρκεί να διαβάσετε τους τίτλους των αθλητικών εφημερίδων τα τελευταία πενήντα χρόνια ή τους τίτλους και τα κείμενα των εντύπων που γέννησε ο “Αυριανισμός”, για να το διαπιστώσετε αμέσως. Αρκεί να παρακολουθήσετε την πλειονότητα των εκπροσώπων τού Έθνους να αγορεύουν στη Βουλή ή να εκφράζουν τις απόψεις τους στην τηλεόραση.

Αρκεί να ρίξετε μια ματιά στα άρθρα και στα σχόλια εκατοντάδων ιστοσελίδων στο διαδίκτυο. Αρκεί να δείτε τον τρόπο με τον οποίο δημοσιοποιούν κάθε φορά ο έντυπος και ο ηλεκτρονικός Τύπος την εκδημία κάποιων δημοφιλών ανθρώπων των Γραμμάτων ή τής Τέχνης (αναφέρω ενδεικτικά τις περιπτώσεις τού Κώστα Βουτσά, τού Θάνου Μικρούτσικου, τής Κικής Δημουλά, τού Μάνου Ελευθερίου κ. ά. σε αντιδιαστολή με τις περιπτώσεις ορισμένων άλλων συγγραφέων με μεγάλο πνευματικό εκτόπισμα, όπως δείγματος χάριν αυτή τού Ζήσιμου Λορεντζάτου, όπου μετά τον θάνατό του ένας εκφωνητής αναφώνησε στο ραδιόφωνο: “Μα, ποιος ήταν αυτός;”).

Φαίνεται όμως πως ο ιός τής αμετροέπειας είναι μεταδοτικός- όπως ο κορονοϊός. Διαφορετικά δεν εξηγείται το γεγονός ότι ακόμη και σοβαρά έντυπα δείχνουν να έχουν κολλήσει τον ιό. Αναφέρομαι στον τρόπο που η “Εφημερίδα των Συντακτών” παρουσίασε σχετικά πρόσφατα τον θάνατο δύο σημαντικών συγγραφέων, ενός ξένου και ενός συμπατριώτη μας.

Συγκεκριμένα η καλή εφημερίδα ανήγγειλε τον θάνατο τού ιδιαίτερα δημοφιλούς συγγραφέα κατασκοπικών μυθιστορημάτων Τζον Λε Καρέ με τον τίτλο “Ο κατάσκοπος που έγινε τιτάνας τής λογοτεχνίας”, ενώ σχεδόν ένα μήνα μετά, αποχαιρέτησε από τις καλλιτεχνικές σελίδες της τον πεζογράφο και κριτικό λογοτεχνίας Βασίλη Αλεξάκη, με τον τίτλο “Ο μάγος των λέξεων που κατέκτησε Έλληνες και Γάλλους”.

Η υπερβολή και στα δύο παραδείγματα είναι εξόφθαλμη. Διότι αν δεχτούμε την καλοπροαίρετη άποψη τής εφημερίδας, σύμφωνα με την οποία ο Τζον Λε Καρέ (ένας σημαντικός συγγραφέας, επαναλαμβάνουμε) είναι ένας τιτάνας τής λογοτεχνίας, τότε πώς θα αποκαλέσουμε τον Τζόις, τον Προυστ, τον Κάφκα και τον Ντοστογιέφσκι; Και αν από την άλλη πλευρά πεισθούμε κι εμείς πως ο καλός συγγραφέας Βασίλης Αλεξάκης είναι ένας μάγος των λέξεων, τότε πώς θα χαρακτηρίσουμε τον Μπόρχες και τον Ναμπόκοφ;

Τα παραδείγματα αυτά μας μας οδηγούν στην καρδιά ενός νευραλγικού προβλήματος που ονομάζεται επαρχιωτισμός. Διότι ο επαρχιωτισμός έχει πολλές όψεις τις οποίες δεν μπορούμε εδώ να αναλύσουμε. Μία από αυτές είναι και η έλλειψη μέτρου. Πριν από πολλά χρόνια ο ποιητής και κριτικός Μήτσος Παπανικολάου με αφορμή τη διαμάχη που είχε ξεσπάσει τότε για τον Καρυωτάκη, είχε γράψει σε ένα κείμενό του την εξής φράση: “Είμαστε άνθρωποι των άκρων. Ο μέσος όρος δεν υπάρχει στην Ελλάδα”. Δυστυχώς αυτή η διαπίστωση ισχύει ακόμη.

_____________________________________

Νίκος Λάζαρης γεννήθηκε το 1947 στη Νίκαια του Πειραιά, αλλά έζησε τα παιδικά του χρόνια στη Λυκόβρυση, όπου και κατοικεί μόνιμα. Σπούδασε δημοσιογραφία και κινηματογράφο. Επαγγελματικά, ασχολήθηκε αρχικά με τη δημοσιογραφία (δημοσιογράφος σε μεγάλες αθηναϊκές εφημερίδες και περιοδικά) και στη συνέχεια, με τη διαφήμιση (κειμενογράφος και διευθυντής δημιουργικού τμήματος σε πολυεθνικές διαφημιστικές εταιρείες). Εργάστηκε επίσης ως καλλιτεχνικός διευθυντής στο Πνευματικό Κέντρο του Δήμου Λυκόβρυσης (1994-2002) και ως διευθυντής στο Ίδρυμα “Τάκης Σινόπουλος -Σπουδαστήριο Νεοελληνικής Ποίησης” (2003-2006). Στα γράμματα εμφανίστηκε το 1974, με τέσσερα ποιήματα στον τόμο “Κατάθεση ’74”. Ακολούθησαν οι ποιητικές συλλογές “Ο βυθός της γκαζόζας”, 1975, “Το δάσος των εκρήξεων”, 1978, “Ερωτογράφημα”, 1981, “Τα δέντρα τρέχουν βιαστικά”, 1985, η συγκεντρωτική έκδοση “Ο βυθός της γκαζόζας και άλλα ποιήματα: 1975-1985”, 1995 (εκτός εμπορίου), “Το αόρατο νήμα”, Παρουσία, 2002, και η νέα συγκεντρωτική έκδοση “Η ένταση είναι διαρκής: ποιήματα 1975-2002”, Τυπωθήτω, 2007. Διετέλεσε μέλος της συντακτικής επιτροπής στα λογοτεχνικά περιοδικά “Γράμματα και Τέχνες” και “Πλανόδιον”, ενώ με την ιδιότητα του κριτικού λογοτεχνίας, συνεργάζεται με τη “Νέα Εστία” και το “Πλανόδιον”. Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί σε ξένες γλώσσες. Είναι μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων.


Πηγή: timesnews.gr